Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Η πιστή Πηνελόπη περιμένει καρτερικά είκοσι χρόνια την επιστροφή του Οδυσσέα

[[ δαμ- ων ]]

Β΄ μέρος
Ο Τηλέμαχος ξεκίνησε ταξίδι για την Πελοπόννησο, στο οποίο αναζήτησε τους συμπολεμιστές του πατέρα του, ώστε να μάθει από πρώτο χέρι τα νέα του. Μα κανείς δεν μπόρεσε να του δώσει βάσιμες πληροφορίες. Στο μεταξύ όσο περνούσαν τα χρόνια κι ο Οδυσσέας δε γύριζε, τόσο και του κόσμου η γνώμη δυνάμωνε πως είχε χαθεί στα ξένα, κι άδικα η βασίλισσα περίμενε το γυρισμό του ρήγα. Έτσι άρχισαν να φτάνουν στο παλάτι νέοι από αρχοντικές φαμίλιες ζητώντας να τους παντρευτεί, κάνοντας γάμο δεύτερο, για να έχει της κλίνης σύντροφο. Πολλοί υποψήφιοι μνηστήρες γέμισαν το παλάτι. Ήρθαν δώδεκα από την Ιθάκη, από τη Ζάκυνθο είκοσι, είκοσι τέσσερις από τη Σάμη και πενήντα δύο απ’ το Δουλίχιο. Εκατόν οκτώ μνηστήρες και δέκα συνοδοί τους εγκαταστάθηκαν στο παλάτι κι έτρωγαν το βιός του βασιλιά.
Η βασίλισσα στιγμή δεν ήθελε να πιστέψει πως χάθηκε ο άντρας, στον οποίο πρόσφερε την παρθενική παστράδα. Κι απ’ το μυαλό της απόδιωχνε τη θλιβερή τη σκέψη, πως το κορμί της θ’ άγγιζαν χέρια άντρα αλλουνού. Η πίεση να διαλέξει άλλο ταίρι καθημερινά μεγάλωνε, το ίδιο κι η απόγνωσή της. Έτσι στο δόλο κατέφυγε για να κερδίσει χρόνο. «Μιας και ο ρήγας άντρας μου διάβηκε τον ποταμό Αχέροντα, πηγαίνοντας στου Πλούτωνα τη χώρα, αφήστε με λίγο να γνοιαστώ τον γέροντα Λαέρτη, το γονιό του άντρα μου, που μόνος κι ανήμπορος, σαν έχασε τη σύντροφο της ζωής του, τη βασιλομάνα Αντίκλεια, που από τον καημό του χαμένου γιου της πέθανε, σε μένα έχει στηριχτεί. Να υφάνω, θέλω το σάβανο, που το κορμί του θα τυλίξει, όταν βγει η στερνή πνοή του. Γιατί δε θα ’τανε σωστό στα στόματα του κόσμου να πέσει το όνομά μου, πως τον γέρο-πεθερό μου δεν γνοιάστηκα, αλλά τον εγκατέλειψα ακολουθώντας το δεύτερο άντρα στο δικό του αρχοντικό.» Έτσι είπε με πονηριά η Πηνελόπη, και κλείστηκε στην κάμαρά της υφαίνοντας στον αργαλειό. Κι ό,τι τη μέρα ύφαινε, τη νύχτα ξενυχτούσε να ξυφάνει. Γι’ αυτό, το υφαντό τελειωμό δεν είχε.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Τρία χρόνια πέρασαν χωρίς να αποσώσει το σάβανο. Οι μνηστήρες, που μόνιμα είχαν εγκατασταθεί στο παλάτι, τρώγοντας από του Οδυσσέα τα κοπάδια και πίνοντας το κρασί του, περίμεναν την Πηνελόπη να σταματήσει να ρίχνει τις σαΐτες με το νήμα, σμίγοντας υφάδι και στημόνι. Όμως, μια σκλάβα, που ερωμένη γίνηκε ενός από τους μνηστήρες, μίλησε για της κυράς την πονηριά. Τότε οι μνηστήρες μια νυχτιά μπήκαν κρυφά στη κάμαρά της και την έπιασαν να ξηλώνει το υφαντό. Έτσι αναγκάστηκε να το αποτελειώσει και μπήκε σε εναγώνιο διχασμό. Από τη μια, σκεφτόταν τον Οδυσσέα με την ελπίδα να γυρίσει και να βάλει τέρμα στην αναρχία που επικρατούσε στο παλάτι. Κι από την άλλη, να πάρει την απόφαση γρήγορα να παντρευτεί, γιατί σαν τους κουρσάρους οι μνηστήρες αφάνιζαν το βιό της.
Ας δούμε τη διήγηση, όπως ο Όμηρος την έγραψε στο έπος του:
[[ Αυτά εκείνοι έλεγαν ο ένας προς τον άλλο·
γύρισε κι ο Ευρύμαχος κι είπε στην Πηνελόπη:
« Πηνελόπη στοχαστική, του Ικάριου θυγατέρα,
αν σ’ έβλεπαν οι Αχαιοί που στο Ιάσιο Άργος
μένουν, μες στο παλάτι σας και πιο πολλοί μνηστήρες
απ’ το πρωί θα στρώνονταν, έτσι που ξεχωρίζεις
στ’ ανάστημα, στην ομορφιά, στη ζυγισμένη σκέψη. »
Η Πηνελόπη η συνετή γύρισε και του είπε:
« Ευρύμαχε, τη χάρη μου, την ομορφιά, το σώμα
τα ’σβησαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν
για την Τροία οι Αχαιοί κι ο άντρας μου ο Οδυσσέας.
Αν γύριζε και φρόντιζε για τη ζωή μου εκείνος,
θα δοξαζόμουν πιο πολύ, καλύτερα θα ήταν.
Μα τώρα βασανίζομαι· θεός κακά μου δίνει.
Όταν κινούσε κι άφηνε τη γη την πατρική του,
ο άντρας μου μου έπιασε το δεξί το χέρι κι είπε:
- Γυναίκα, δε φαντάζομαι άβλαβοι να γυρίσουν
οι αντρειωμένοι Αχαιοί όλοι από την Τροία·
είναι καλοί πολεμιστές οι Τρωαδίτες, λέγουν·
είναι καλοί ακοντιστές, ρίχνουν καλά τα βέλη,
σε γοργοπόδαρα άλογα ξέρουν να ανεβαίνουν,
που νίκη δίνουν γρήγορα στη δύσκολη τη μάχη.
Αν θα μ’ αφήσει ο θεός ή θα χαθώ δεν ξέρω
αυτού στης Τροίας τα μέρη· για όσα αφήνω νοιάσου.
Τη μάνα, τον πατέρα μου νοιάσου όπως και πρώτα
ή και ακόμη πιο καλά, όσο εγώ θα λείπω.
Μα όταν δεις τα γένια του στο γιο μας να φυτρώνουν,
παράτησε το σπίτι μας και πάρε όποιον θέλεις.
Έτσι εκείνος μου ’λεγε· τώρα αληθεύουν όλα.
Θα έρθει η νύχτα μισητό να αντικρίσω γάμο,
καταραμένη εγώ, χαρά που απ’ το θεό δεν έχω.
Μα κι άλλο βάσανο βαρύ πλακώνει την καρδιά μου.
Έτσι δε φέρονταν ποτέ παλιότερα οι μνηστήρες,
όταν ενάρετη και πλουσιοθυγατέρα
γύρευαν να την παντρευτούν σ’ αγώνα μεταξύ τους·
οι ίδιοι βόδια κουβαλούν κι αρνιά καλοθρεμμένα
προς τους δικούς της, για να φαν, κι αυτής της δίνουν δώρα·
μα έτσι αλογάριαστα ξένα αγαθά δεν τρώγουν! » ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ. σ΄, 243-280)
Ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος επιμελήθηκε με κάθε λεπτομέρεια την επιστροφή του Οδυσσέα. Αυτός σαν πάτησε το πόδι στην πατρίδα, δεν πήγε αμέσως στο βασιλικό του σπίτι, αλλά καμώθηκε τον ζητιάνο κι έτσι μετά από μέρες έφτασε στο γνώριμο παλάτι. Η Πηνελόπη δεν τον γνώρισε, τον πέρασε για ξένο. Η κόρη του Δία, η Αθηνά είχε φροντίσει να τον μεταμορφώσει. Όμως συμπάθησε τον ξένο, που της είπε πως γνώριζε την άντρα της. Η θλιμμένη βασίλισσα άνοιξε την καρδιά της για να του πει τον πόνο της.
Στην επόμενη ραψωδία, ο Όμηρος μας λέει τα λόγια που η Πηνελόπη του ’πε:
[[ Kι η Πηνελόπη η συνετή γύρισε και του είπε:
« Μα ξένε μου, τη χάρη μου, την ομορφιά, το σώμα
τα ’σβησαν οι αθάνατοι τη μέρα που κινούσαν
για την Τροία οι Αχαιοί κι ο άντρας μου ο Οδυσσέας….
Όσοι στα γύρω τα νησιά άρχοντες εξουσιάζουν,
στη δεντρωμένη Ζάκυνθο, Δουλίχιο και Σάμη,
και όσοι γύρω κατοικούν στη λαμπερή Ιθάκη,
σ’ άθελο γάμο με ζητούν και μας χαλούν το σπίτι.
Γι’ αυτό ξένους δε νοιάζομαι ούτε και τους ικέτες
ούτε κι όσους υπηρετούν τον κόσμο μας, τους κράχτες·
τον Οδυσσέα νοσταλγώ και λιώνω απ’ τον καημό του.
Αυτοί για γάμο βιάζονται κι εγώ τους κλώθω δόλους.
Πρώτα με φώτισε θεός στην κάμαρα να στήσω
ένα μεγάλο αργαλειό, πανί να υφάνω τάχα
ψιλόκλωστο και μακρουλό, κι αμέσως είπα τότε:
-Nέοι που με γυρεύετε με το χαμό του αντρός μου,
για λίγο περιμένετε, κι ας βιάζεστε για γάμο,
να τελειώσω το πανί, μη στ’ άδικα κοπιάζω,
για το Λαέρτη σάβανο την ώρα που θα φτάσει
η μοίρα η θανατερή του ανήλεου θανάτου,
κάποια από τις Αχαιές μη με κακολογήσει
πως είναι ασαβάνωτος, κι ας είχε τόσα πλούτη.
Έτσι είπα· και το δέχτηκε η δυνατή ψυχή τους.
Λοιπόν τη μέρα δούλευα στον αργαλειό μου πάντα,
κι ύστερα έστηνα δαδιά και ξύφαινα τη νύχτα.
Τους ξέφευγα και πλάνευα τους Αχαιούς τρεις χρόνους·
μα ήρθε χρόνος τέταρτος, οι εποχές κυλούσαν,
οι μήνες πήραν κι έτρεχαν, πέρασαν πολλές μέρες,
και τότε με μαρτύρησαν οι δούλες μου οι σκύλες,
κι ήρθαν αυτοί, με έπιασαν κι είπαν βαριές κουβέντες.
Γι’ αυτό και το ξετέλειωσα παρά τη θέλησή μου·
πια να ξεφύγω δεν μπορώ το γάμο και δε βρίσκω
κανένα άλλο τέχνασμα…..» ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ. τ΄, 123-158)
Η απόγνωση της άμοιρης Πηνελόπης δίνεται από τον μεγάλο ποιητή στην επόμενη ραψωδία:
[[ …………………………..H συνετή γυναίκα
ήταν ωστόσο άγρυπνη κι έκλαιγε στο κρεβάτι.
Κι αφού με θρήνους χόρτασε η έξοχη γυναίκα,
στην Άρτεμη ευχήθηκε πιο πρώτα απ’ όλους έτσι:
« Άρτεμη, σεβαστή θεά, του Δία θυγατέρα,
να έριχνες μια σαγιτιά, να ’παιρνες τη ζωή μου,
ή θύελλα να μ’ άρπαζε, να μ’ έπαιρνε αμέσως,
μέσα από δρόμους ισκιερούς να μ’ έριχνε στο στόμα
του Ωκεανού με τα νερά που όλο κυκλοφέρνουν,
όπως άρπαξαν κάποτε τις Πανδαρίδες κόρες.
Τους γονιούς τους σκοτώνοντας πεντάρφανες στο σπίτι
οι θεοί τις κατάντησαν· μα τότε η Αφροδίτη
τις μεγάλωσε με τυρί, γλυκό κρασί και μέλι·
τους χάρισε και ομορφιά και γνώση πάνω απ’ όλες
η Ήρα· και η Άρτεμη κορμί κυπαρισσένιο·
κι η Αθηνά τους έμαθε την ξακουστή την τέχνη.
Η Αφροδίτη βάδιζε στον Όλυμπο να πάει
το γάμο τους τον ώριμο εκεί να κανονίσει
στου κεραυνόχαρου Δία, που όλα τα γνωρίζει,
τύχη καλή, τύχη κακή για όλους τους ανθρώπους·
τότε τις κόρες άρπαξαν οι Άρπυιες και τις πήγαν
στις Ερινύες τις φριχτές, δούλες εκεί να είναι.
Έτσι κι εμένα ας άρπαζαν οι κάτοικοι του Ολύμπου,
ας μου ΄ριχνε η Άρτεμη βέλος να με σκοτώσει,
με τ’ όραμα του άντρα μου κάτω στη γη να φτάσω,
να μη γλυκάνω την ψυχή κατώτερου ανθρώπου…» ]] (“Οδύσσεια”, ραψ. Υ’ 57-82)
Η Πηνελόπη προτιμούσε να τη διαπεράσει με τις σαΐτες της, που ποτέ δε ξεστόχευαν, η παρθενοθεά των δασών, η Άρτεμη, παρά ν’ αναγκαστεί, όπως η συνήθεια του τόπου το ’θελε, να πάρει άλλον άντρα. Δεν αποζητούσε άλλον σύντροφο στην κλίνη της, αν κι ο άντρας της, πριν φύγει για την Τροία, της είχε πει άλλον να διαλέξει άντρα, αν έβλεπε πως δεν πήρε του γυρισμού τη ρότα.
Η φήμη της Πηνελόπης για καρτερία, συζυγική πίστη κι αγνότητα πέρασε τα όρια του Πάνω Κόσμου κι έφθασε μέχρι στον Άδη. Έτσι, όταν ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη για χρησμό από την ψυχή του Τειρεσία, η σεβαστή του μητέρα, η Αντίκλεια, τον διαβεβαίωσε: «Ναι, εκείνη με πιστή καρδιά στ’ αρχοντικό σου μένει κι οι νύχτες της περνούν πικρές κι οι μέρες της θλιμμένες» ( λ΄, 184-185)
Ο βασιλιάς, λοιπόν, παρίστανε στην αρχή τον ζητιάνο. Πρώτα φανερώθηκε στον γιο του, τον Τηλέμαχο και μαζί οργάνωσαν την μνηστηροφονία. Η Πηνελόπη μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, αφού με δόλο φανερώθηκε το παιγνίδι που έπαιζε στους μνηστήρες, δήλωσε πως θα παντρευόταν όποιον κατάφερνε να περάσει ένα βέλος μέσα από τις τρύπες δώδεκα τσεκουριών που θα είναι στη σειρά, κάτι που κατάφερνε ο Οδυσσέας. Κανείς από τους μνηστήρες δεν τα κατάφερε. Τότε ζήτησε κι ο ζητιάνος ξένος να δοκιμάσει δήθεν κι αυτός τη δύναμή του. Και κατάφερε να περάσει μεμιάς κι από τα δώδεκα πελέκια τη σαΐτα. Αμέσως παίρνει την εκδίκησή του. Σκοτώνει τους μνηστήρες και αποκαθιστά την τάξη.
Η συνέχεια είναι ευχάριστη. Τέλειωσαν τα βάσανα του βασιλικού ζευγαριού. Είναι συγκινητική η στιγμή της αναγνώρισης του Οδυσσέα, που παρουσιάστηκε σαν ξένος, από την Πηνελόπη. Αν και η πιστή τους βάγια Ευρύκλεια της είπε τα ευχάριστα νέα, πως γύρισε ο άντρας της και σκότωσε τους μνηστήρες , απαλλάσσοντας το παλάτι, εκείνη, σημαδεμένη από του χωρισμού τα βάσανα, δυσπιστούσε. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί την υψηλής σύλληψης σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη με το τέχνασμα της κλίνης που είναι κατά το ομηρικό κείμενο οι «πύστεις», οι αποδείξεις, τις οποίες η «περίφρων» Πηνελόπη ζητά. Η Πηνελόπη χρησιμοποιεί πανουργία για να εκμαιεύσει αν ο ξένος ήταν πραγματικά ο Οδυσσέας. Η απόδειξη θα ήταν το μυστικό της κλίνης στη βασιλική κάμαρη, που μόνον αυτή κι ο άντρας της γνώριζαν. Καμώνεται τη θυμωμένη δήθεν και ζητάει από την υπηρέτρια να βγάλει από την κάμαρη τη κρεβάτι για να κοιμηθεί ο ξένος. Ας δούμε την περιγραφή της σκηνής για τις «πύστεις»:
[[ Την ώρα αυτή ο Οδυσσέας ο αντρόκαρδος στο σπίτι του απ΄ τα χέρια
της Ευρυνόμης της κελάρισσας ελούστη κι εμυρώθη·
και φόρεσε χιτώνα κι όμορφη χλαμύδα, κι η Παλλάδα
απ΄ το κεφάλι ως κάτω του ΄χυνε πολλή ομορφιά, να δείχνει
σαν πιο γεμάτος, πιο αψηλόκορμος, κι από την κεφαλή του
μαλλιά κρεμούσε σαν τα ολόσγουρα του ζουμπουλιού λουλούδια.
Πώς χύνει απά στο ασήμι μάλαμα καλός τεχνίτης, που ΄χει
απ΄ την Παλλάδα και τον Ήφαιστο περίσσιες τέχνες μάθει,
κι είναι ό,τι φτιάξει μαστορεύοντας όλο ομορφιά και χάρη —
όμοια κι εκείνη χάρη του ΄χυνε στην κεφαλή, στους ώμους,
κι απ΄ το λουτρό θαρρείς αθάνατος ξεπρόβαλε στην όψη.
Κι ως πίσω στο θρονί του εκάθισε, που λίγο πριν καθόταν
αντικριστά με τη γυναίκα του, κινούσε λόγια κι είπε:
«Καημένη, απ΄ όλες όσες βρίσκουνται γυναίκες μόνο εσένα
οι αθάνατοι του Ολύμπου αμάλαγη καρδιά στα στήθη έβαλαν!
Δε βρίσκεται άλλη τόσο αλύγιστη γυναίκα, να τραβιέται
μακριά απ΄ τον άντρα της, που ως έσυρε στα ξένα μύρια πάθη,
στα είκοσι χρόνια ξαναγύρισε στη γη την πατρική του.
μον΄ έλα, καλομάνα, στρώσε μου την κλίνη, να πλαγιάσω
μονάχος καν, τι τούτη σιδερή καρδιά στα στήθη κρύβει.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη του απηλογήθη κι είπε:
«Καημένε, δε μεγαλοπιάνουμαι κι ουδέ αψηφώ κανένα
κι ουδέ ξαφνίζουμαι· τη θύμηση κρατώ πως ήσουν τότε,
σαν έφευγες με το μακρόκουπο καράβι απ΄ την Ιθάκη.
μον΄ έλα, Ευρύκλεια, το κλινάρι του γοργά να στρώσεις όξω
απ΄ την καλόχτιστή μας κάμαρα, που ΄χε μονάχος χτίσει·
όξω τη στέρια κλίνη σύρτε του, και βάλτε και στρωσίδια,
φλοκάτες και προβιές και λιόφωτα να σκεπαστεί σεντόνια.»
Αυτά είπε εκείνη δοκιμάζοντας τον άντρα της, μα τούτος
συχύστη κι είπε στη γυναίκα του τη γνωστικιά αναμμένος:
«Γυναίκα, αλήθεια, αυτός ο λόγος σου μες στην καρδιά με αγγίζει!
Ποιος το κλινάρι μετασάλεψε; Καλός τεχνίτης να ΄ταν,
και πάλε θα του ΄ρχόταν δύσκολο! Μόνο θεός μπορούσε,
αν ήθελε, να ΄ρθεί κι ανέκοπα να το μετασαλέψει.
Μα απ΄ τους θνητούς που ζουν δε γίνεται τη θέση να του αλλάξει
κανείς, κι ας είναι απά στα νιάτα του· το τορνευτό κλινάρι
τρανό σημάδι κρύβει· τα ΄φτιαξαν τα χέρια τα δικά μου.
Φύτρωνε δέντρο, ελιά στενόφυλλη, μες στον αυλόγυρο μας,
ξεπεταμένο κι ολοφούντωτο, χοντρό σα μια κολόνα.
Και πήρα κι έχτισα τρογύρα του την κάμαρα με πέτρες
πυκνές ως πάνω, και τη σκέπασα καλά καλά με στέγη·
κι αφού της πέρασα πορτόφυλλα καλαρμοσμένα, στεριά,
έκοψα απάνω της στενόφυλλης ελιάς κλαδιά και φούντα,
και τον κορμό απ΄ τη ρίζα κλάδεψα, προσεχτικά, πιδέξια
με το σκεπάρνι πελεκώντας τον, με στάφνη ισιώνοντάς τον,
κλινόποδο να γένει, κι άνοιξα με το τρυπάνι τρύπες.
Κει πάνω το κλινάρι εστήριξα, καλά πλανίζοντάς το,
και με το μάλαμα το πλούμισα, το φίλντισι, το ασήμι!
τέλος λουριά από βόδι ετάνυσα, που απ΄ την πορφύρα αστράφταν.
Το μυστικό σου το φανέρωσα σημάδι, μα δεν ξέρω
αν το κλινάρι ακόμα στέκεται, γυναίκα, για κανένας
το λιόδεντρο απ΄ τη ρίζα του ΄κοψε και του άλλαξε τη θέση.» (Οδύσσεια, ψ΄, 153- 204)
Τώρα, πλέον, δεν είχε καμιά αμφιβολία η Πηνελόπη. Της λύθηκαν τα γόνατα από τη συγκίνηση.
Από τον Όμηρο ας διαβάσουμε το αντάμωμα:
[[ Έτσι είπε· της λύθηκαν τα γόνατα, η ψυχή της,
σαν άκουσε τ’ αλάθευτα σημάδια του Οδυσσέα·
δάκρυσε κι έτρεξε μεμιάς και άπλωσε τα χέρια
στου Οδυσσέα το λαιμό, τον φίλησε και είπε:
« Μη μου κακιώνεις, άντρα μου· απ’ όλους τους ανθρώπους
είσαι ο πιο στοχαστικός· μας έχουν δώσει πίκρες
θεοί που δεν μας άφησαν πάντα μαζί να ζούμε,
τα νιάτα να χαιρόμαστε, στα γερατιά να μπούμε.
Όμως μη μου οργίζεσαι, μη μου κρατάς κακία,
που αγάπη δε σου έδειξα, μόλις σε πρωτοείδα.
Μέσα στα στήθη μου η ψυχή είχε μεγάλο φόβο,
μην έρθει κάποτε θνητός εδώ και με γελάσει·
γιατί πολλοί σοφίζονται κέρδη κακά να έχουν…»
Έτσι είπε· κι αυτός πιο πολύ πόθησε να θρηνήσει·
Κι έκλαιγε την πιστή, καλή γυναίκα του κρατώντας…
Εκείνοι τέτοια έλεγαν ο ένας προς τον άλλο.
Ετοίμαζαν την κλίνη του βάγια και Ευρυνόμη
κάτω απ’ των δαδιών το φως με μαλακά στρωσίδια·
όταν την κλίνη έστρωσαν με προθυμιά μεγάλη,
γύρισε η γερόντισσα να κοιμηθεί στο σπίτι
κι η Ευρυνόμη έχοντας δαδιά στα δυο της χέρια
τραβούσε μπρος και πήγαιναν εκείνοι προς την κλίνη·
κι αφού τους πήγε, γύρισε κι αυτή στην κάμαρά της.
Στην παλιά κλίνη έφτασαν εκείνοι με λαχτάρα…
Αφού ευχαριστήθηκαν την ποθητή αγάπη
με διηγήσεις χαίρονταν μιλώντας μεταξύ τους·
έλεγε όσα τράβηξε η έξοχη γυναίκα,
τη σιχαμερή συντροφιά να βλέπει των μνηστήρων,
που απ’ αφορμή της έσφαζαν πολλά αρνιά και βόδια
κι έβγαζαν αλογάριαστο κρασί απ’ τα πιθάρια·
κι είπε ο αρχοντογέννητος ο Οδυσσέας όλα,
πόσες πίκρες προκάλεσε και πόσες πίκρες πήρε·…» ( “Οδύσσεια”, ραψ. Ψ’ 205-217, 231-232, 288- 307)
Μέσα από την Ομηρική διήγηση βλέπουμε την θαυμάσια σχέση που είχαν άντρας και γυναίκα στα πολύ παλιά χρόνια. Δεν υποστηρίζουμε πως αυτό συνέβαινε σε όλους. Ο άλλος ήρωας, ο Αγαμέμνονας γνώρισε τον θάνατο στην επιστροφή από την γυναίκα του Κλυταιμήστρα, που ποτέ δε του συγχώρεσε τον θάνατο, όπως νόμιζε, της Ιφιγένειας. Όσο ο άντρας της έλειπε, δεν τίμησε τον γάμο, αλλά άλλον σύντροφο έβαλε στην κλίνη της, που τον είχε και συνεργό στο φόνο. Αυτό το φονικό αναφέρει ο Όμηρος στην τελευταία ραψωδία, κάνοντας σύγκριση των δύο γυναικών, της Πηνελόπης και της Κλυταιμήστρας. Λέει, πως όταν οι ψυχές των μνηστήρων έφτασαν στα μαύρα σπήλαια του Κάτω Κόσμου, συνάντησαν τις ψυχές όσων ήταν γνωστοί από τον πόλεμο στο Ίλιο κι ήσαν σκοτωμένοι. Κι όταν είπαν τον τρόπο που βρήκε ο χάροντας να πάρει τις ψυχές τους, οπλίζοντας το χέρι του Οδυσσέα με το τόξο και τις θανατερές σαΐτες, δεν βάσταξε και έκανε τη σύγκριση, μακαρίζοντας τον ρήγα από την Ιθάκη για τη συνετή γυναίκα, που είχε ταίρι. Να, πως ο τυφλός ποιητής χρησιμοποίησε τους στίχους:
[[ Μίλησε τότε η ψυχή του γιου του Ατρέα κι είπε:
« Καλότυχε, Λαέρτη γιε, πολύσοφε Οδυσσέα,
γυναίκα συ απόκτησες μ’ ασύγκριτες τις χάρες.
Πόσο άψογη στη σκέψη της ήταν η Πηνελόπη,
η κόρη του Ικάριου! Δεν ξέχασε ποτέ της
τον άντρα της! Η δόξα της αρετής της θα μείνει·
και θα της κάμουν οι θεοί πανέμορφο τραγούδι,
πάνω στη γη να τραγουδούν όλοι την Πηνελόπη.
Της κόρης του Τυνδάρεου δεν έμοιασε τα έργα,
που σκότωσε τον άντρα της, και μισητό τραγούδι
γι’ αυτή θα βγει σ’ όλη τη γη κι όνομα στις γυναίκες
κακό θα μείνει, κι αν πολλές την καλοσύνη έχουν. » ]] ( “Οδύσσεια”, ραψ. Ω’ 191-202)
Αυτό τον ύμνο, που οφείλουμε όλοι να πούμε προς το σύμβολο της αφοσίωσης και της συζυγικής πίστης, στη ρήγισσα Πηνελόπη, αρνείται η εκκλησία. Απεναντίας, μας εύχεται να μοιάσει η γυναίκα μας στη Σάρρα, που, όπως έχουμε περιγράψει σε άλλες αναρτήσεις, δεν μπορεί σε τίποτε να συγκριθεί με την Ελληνίδα βασίλισσα.
Η παράδοση μας μεταφέρει ότι μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, απέκτησε και δεύτερο γιό, τον Πτολίπορθο.
Ο Οδυσσέας πέρασε από τις ερωτικές συμπληγάδες της Κίρκης, της Καλυψώς και της Ναυσικάς για να επιστρέψει τελικά στο παλάτι του, στην γυναίκα που τον περίμενε καρτερικά. Η Πηνελόπη σε τίποτα δεν έμοιασε στις ξαδέλφες της, την Ελένη, που ξελογιάστηκε από την ομορφιά του Πάρη, και την Κλυταιμήστρα που έβαλε στην κλίνη της τον Αίγισθο και έφτασε μέχρι και τον φόνο του Αγαμέμνονα για χάρη του εραστή της. Εκείνη τιθάσευσε τα πάθη της, ενώ οι δύο άλλες γυναίκες παρασύρθηκαν απ’ αυτά. Αυτό σημαίνει ότι η ηθική ποιότητα της Πηνελόπης ήταν σε υψηλό βαθμό. Τέτοια πρότυπα χρειάζεται η κοινωνία μας σήμερα, γιατί τα ήθη έχουν πολύ αμβλυνθεί και η ανθρωπότητα αντί να οδεύει προς τα άνω- να «άνω θρώσκει»- βρίσκεται σε μια ηθική Βαβέλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: