Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Η εκδίκηση της Εκάβης

[[ δαμ- ων ]]

Δ΄ μέρος
Η Εκάβη, το τραγικό πρόσωπο, που χρησιμοποίησε ο Ευριπίδης, εφάρμοσε τους νόμους, τους γραφτούς και τους άγραφους, στο προσωρινό τόπο, όπου βρέθηκε κατά το ταξίδι της δουλείας της. Ήταν υποχρεωμένη να τιμωρήσει εκείνον που δεν σεβάστηκε τον θείο νόμο της φιλοξενίας. Και τον πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Αυτός που έβαψε τα χέρια του με το αίμα του Πολύδωρα, είχε να χύνεται μπροστά του το αίμα των παιδιών του. Για να πετύχει η Τρωαδίτισσα τον σκοπό της συμμάχησε με τον εχθρό της, τον Αγαμέμνονα, εναντίον ενός πρώην φίλου της, του Πολυμήστορα. Να ήταν μόνον ο πόθος για εκδίκηση; Να εκδικήθηκε στο πρόσωπο του Πολυμήστορα τον διπλό πρόσφατο θάνατο των δύο μικρότερων παιδιών της, ή τον θάνατο όλων των δικών της από την στιγμή που έφτασαν οι Δαναοί στις ακτές της Τροίας; Να χρησιμοποίησαν οι θεοί το δικό της μυαλό και χέρι για ν’ αποδώσουν δικαιοσύνη και να τιμωρήσουν αυτόν που παραβίασε τους νόμους; Να χρησιμοποίησαν όλα τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν για να δώσουν στις επόμενες γενιές ένα μεγάλο ηθικό μάθημα; Ποιος μπορεί να δώσει την απάντηση με σιγουριά;

Η συνέχεια >>>Vagiablog….

Σχόλια:
● «Ευτεκνοτάτην πασών γυναικών, δυστυχεστάτην τε» παρουσιάζει ο Όμηρος την φρυγικής καταγωγής δεύτερη σύζυγο του Πρίαμου Εκάβη. Είναι από τις τραγικότερες μητέρες της ελληνικής παράδοσης. Η πρώτη της παρουσία είναι στην ραψωδία Ζ της Ιλιάδας, όταν ο οιωνοσκόπος Έλενος συμβουλεύει τον Έκτορα να ζητήσει «μητέρα ση και εμή» να προσευχηθεί μαζί με τις αρχόντισσες στον ναό της Αθηνάς στην κορυφή του κάστρου και να προσφέρει πεπλοφόρο ανάθημα στη γλαυκομάτα κόρη.
Έτσι, τις δύσκολες πολεμικές ώρες που το μάχιμο των ανδρών βρίσκεται στις επάλξεις υπερασπιζόμενο το κάστρο, η Εκάβη, δαμασμένη από την έγνοια και τον τρόμο της επικείμενης καταστροφής και σφαγής, τρέχει βιαστικά, στην κεφαλή της πολυάριθμης πομπής από πεπλοφόρες «γεραρές», αρχόντισσες, που διόλου δεν μένουν άπρακτες κι αμέτοχες, προς τον ναό της Αθηνάς για το δώρημα και την παράκληση της σωτηρίας της πατρίδας.
Από τις πιο μεγαλειώδεις εικόνες στη ραψωδία Χ η τραγική μορφή της Εκάβης, που στέκεται δίπλα στον γερο- Πρίαμο επάνω στο κάστρο με προτεταμένα τα χέρια προς τον κάμπο των μαχών και παρακαλεί τον Έκτορα, δείχνοντάς του τα γυμνά μητρικά της στήθη, που τον θήλασαν και του χάρισαν τη ζωή, να μπει μέσα από τις Πύλες, για να κρυφτεί από τον επιθετικό Αχιλλέα.
Τον αβάστακτο πόνο της απελπισμένης μάνας όμως ο Έκτορας δεν ακούει. Και ο Αχιλλέας, μπροστά στα μάτια των γονιών του, κάτω από τα τείχη της Τροίας σκοτώνει ανίερα τον γενναίο Έκτορα. Η τραγική μάνα θωρεί από μακριά τον νεκρό γιο της, που σέρνεται πίσω από το άρμα του νικητή. Σπαρακτικές οι κραυγές, σκίζουν τα στήθη της. Ο θρήνος, απλός και λιγόλογος, χωρίς παροξυσμούς και υστερικές εκφράσεις, μακριά από στηθοκοπήματα και ολολυγές, κρύβει όλο τον σπαραγμό της:
«Παιδί μου τι να ζω η τρίσμοιρη, τέτοιο κακό που με’ βρε.
με το χαμό σου τώρα. Κι ήσουνα για μένα το καμάρι
μέρα και νύχτα μες στο κάστρο μας, και σ’ όλους μας η σκέπη»
Όταν ο Πρίαμος έφερε πίσω το σώμα του Έκτορα, η τραγική μάνα στέκεται σιμά στην Ανδρομάχη κι αφήνει ξέφρενο το ξέσπασμα του πόνου της με το σπαρακτικό της μοιρολόγι:
«Έκτορα, εσύ που απ’ όλους πιότερο τους γιους μου σε αγαπούσα
όσο μου ζούσες, πριν οι αθάνατοι σου ’χαν
περίσσεια αγάπη».
Η Εκάβη στην Ιλιάδα μορφοποιεί τη γυναίκα που γερνάει και, καθώς η τύχη αναποδογυρίζει τα συμβάντα της ζωής και τα φορτώνει στους δύσμοιρους θνητούς, φτάνει στα πιο δυσβάστακτα βάσανα. Είδε τη χώρα της να εκπορθείται και να καταστρέφεται, τον γερο-Πρίαμο να σφάζεται, καθώς επίσης τα παιδιά της, και ο αρχοντογεννημένος Αστυάνακτας.
Το τέλος της δίνεται από την ομώνυμη τραγωδία του Ευρυπίδη. Έπεσε με κλήρο κατά τη μοιρασιά στον Οδυσσέα. Σαν σκλάβα του Ιθακίσιου ρήγα θα δεχτεί το τελευταίο πλήγμα της μοίρας. Θα μάθει για το θάνατο και μετά θα δει το πτώμα του Πολύδωρου, θα αντικρύσει άψυχο το στερνοπαίδι της. Και τότε θα βγει ο πόνος από τα σπλάχνα της με τις λέξεις: «Φευ, φευ, τις ούτω δυστυχής έφυ γυνή;».
Ακόμη και ο εχθρός της λυγίζει με τον πόνο της μάνας. Ακόμη και ο Αγαμέμνονας δεν μπορεί να κρύψει το δέος του συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο μέγεθος των δεινών που έχουν συσσωρευτεί στο λευκό της κεφάλι. Όλα τα πάθη, όλος ο πόνος αλλά και όλη η σκληρότητα συναντώνται και συγκρούονται στο πρόσωπό της. Ό,τι πιο ευγενές αλλά και ό,τι πιο τρομακτικό ενσαρκώνεται στη μορφή της. Ό,τι πιο γόνιμο αλλά και ό,τι πιο καταστρεπτικό, το αποτέλεσμα των πράξεών της.
Έχοντας αγγίξει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, η Εκάβη θα τα διασχίσει με απρόσμενη ορμή, σε μια ύστατη απόπειρα αναμέτρησης με την τραγική της μοίρα. Το καταπονημένο σώμα της θα μεταμορφωθεί σε φονικό όπλο. H ταπεινωμένη βασίλισσα θα μετατραπεί σε αδίστακτη μαινάδα. H οδύνη θα μετουσιωθεί σε εκδικητική μανία. Στην πορεία θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα. Ο σπασμός του θρήνου θα μεταλλαχθεί σε ρητορική του δόλου. H κραυγή της αγωνίας θα γίνει ιαχή θριάμβου. Ελιγμοί μέσα στην άβυσσο, κατάδυση στα πιο άγρια σκοτάδια της ύπαρξης. H εκδίκηση φρικιαστική. H ηθική της ανωτερότητα, αδιαφιλονίκητη στην αρχή του έργου, τίθεται τώρα υπό αμφισβήτηση. Ο Πολυμήστορας επωμίζεται ακούσια τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου: πληρώνει όχι μόνο για το έγκλημά του - τον φόνο του Πολύδωρου, τελευταίου γιου της Εκάβης - αλλά και για όλα τα δεινά της. H τιμωρία πιο φοβερή από το αδίκημα: η θέα του τυφλωμένου βασιλιά και των σφαγιασμένων παιδιών του, η υπέρτατη δοκιμασία για τον θεατή. Και η Εκάβη, έχοντας διασχίσει όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας, θα περάσει τελικά στη σφαίρα του απόκοσμου, του μη ανθρώπινου: μια σκύλα με πύρινο βλέμμα.
Αυτό ήταν το μοιρόγραφο τέλος της όπως το προφήτεψε ο Πολυμήστορας, να μεταμορφωθεί από τους θεούς σε σκύλα. Σχετικά με το τέλος της Εκάβης υπάρχουν διάφορες εκδοχές:
Οι Έλληνες για να τιμωρήσουν την Εκάβη αποφάσισαν να τη λιθοβολήσουν. Ως προς τον θάνατό της υπάρχουν παραλλαγές, όλες όμως έχουν ως κοινό στοιχείο τη μεταμόρφωση σε σκύλο. Ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδίατου αναφέρει ότι η Εκάβη, αφού πρώτα είδε όλα τα παιδιά της νεκρά ή αρπαγμένα, μεταμορφώθηκε από τους θεούς, που τη λυπήθηκαν, σε σκυλί. Μία παραλλαγή λέει ότι η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλο όταν την κατεδίωξαν για εκδίκηση οι σύντροφοι του Πολυμήστορα. Τρίτη εκδοχή είναι ότι η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλο μέσα στο πλοίο που την οδηγούσε δούλη στην Ελλάδα. Τέλος, στην εκδοχή του λιθοβολισμού, η Εκάβη λιθοβολήθηκε πράγματι από τους Έλληνες, που όμως όταν πήγαν να την τραβήξουν κάτω από τις πέτρες βρήκαν, αντί για το πτώμα της, ένα σκυλί με πύρινα μάτια. Φαίνεται ότι η Εκάβη λατρεύτηκε σαν θεά με ιερό ζώο το σκυλί.

● Μέσα από την τραγωδία του Ευριπίδη βλέπουμε πως το ανθρώπινο πάθος οδηγεί σε αποτροπιαστικές ενέργειες, που μπορούν να προκαλέσουν τη λυτρωτική ταραχή της ψυχής, να επιφέρουν το Αριστοτελικό «έλεον και φόβον» (*9).
Η ψυχική κατάσταση της Εκάβης, της πριν από λίγο μόνον καιρό ευτυχισμένης ρήγισσας του Ιλίου, είναι κι αυτή, όπως η Τροία, αποκαΐδια και ερείπια. Έχασε τον αντρειωμένο Έκτορα, τον πρόξενο της καταστροφής αλλά αγαπημένο Πάρη, το υπερήφανο ταίρι της και σύντροφο της ζωής της Πρίαμο και πολλά παιδιά. Και τώρα έρχονται απανωτά δυο ακόμα χαμοί, η θυσία της Πολυξένης και το φονικό του Πολύδωρα. Ο συσσωρευμένος πόνος, η ένταση της ψυχής που σιγοκαίει στα σπλάχνα της, προκαλεί τη μεγάλη έκρηξη. Το εξαθλιωμένο θύμα μεταμορφώνεται σε μαινάδα, σε αδυσώπητο θύτη. Η πάσχουσα κι αδύναμη γερόντισσα αποθηριώνεται. Η ψυχή της μαστιγώθηκε από την ανθρώπινη σκληρότητα, αλλά δε λύγισε. Ο απέραντος πόνος που την πλάκωσε δεν την ισοπέδωσε. Διατηρεί κάποιον πυρήνα αντίστασης. Από τα αβυσσαλέα βάθη της ψυχής της αφυπνίζεται μια πρωτόγονη, μια ζωώδης, μια μανιώδης δύναμη που αντιδρά με πιότερη δύναμη από τη κακοποιό δράση που δέχτηκε. Εδώ καταλύεται ο νόμος της φύσης, που καθορίζει πως σε μια δράση υπάρχει μια ισόποση αντίδραση. Η αντίδραση της Εκάβης είναι πολλαπλάσια. Ο Πολυμήστορας της σκότωσε το στερνοπαίδι της. Αυτή κομματιάζει μπροστά στα μάτια του τους δυο γιους του και μετά τον τυφλώνει.
Η φιλολογική ομάδα των εκδόσεων “Κάκτος” γράφει στην «εισαγωγή» της παρουσίασης της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη:
[[ Με περισσή πανουργία καταστρώνει (η Εκάβη) το σχέδιο της εκδίκησης και το εκτελεί με σπάνια αγριότητα. Η μεταμόρφωση που κρυφόκαιγε αθέατη, έχει συντελεστεί. Η Εκάβη, άθυρμα ανήμπορο και πανάθλιο από το ασήκωτο βάρος της δυστυχίας, μεταμορφώνεται σε θηριώδες, αποτρόπαιο ον- όσο κι αν συλλογιζόμαστε πως άξιζε την τιμωρία ο Πολυμήστορας- που μας προκαλεί μόνο φρίκη. Αναρωτιόμαστε περιδεείς. Είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο Ντοστογιέφσκι μας έχει ήδη δώσει την απάντηση. Αλλά πολύ πριν απ’ αυτόν ο Ευριπίδης. Δεν είναι συμπωματικό που ο Πολυμήστορας της προφητεύει ένα παράδοξο τέλος:
« Σκύλα θα γίνεις με ματιά σα φλόγα. »
Η επιλογή αυτής της μυθολογικής εκδοχής για το τέλος της ζωής της Εκάβης, τονίζει, από τη διάσταση του μύθου, την τερατοποίηση ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του πάθους. Οι τόσες μεταμορφώσεις ανθρώπων σε μη ανθρώπινα όντα που κατοικούν στη μυθολογία, μήπως σημαίνουν, μήπως σημαίνουν, μήπως διδάσκουν στο βάθος, ότι αυτό είναι το σκληρό αντίτιμο της υπέρβασης και της υπερβολής; Ότι όταν ο άνθρωπος παρασυρθεί, μια για πάντα, στις φοβερές φλόγες του πάθους, αλλάζει οριστικά την υπόστασή του; Καθίσταται δαίμων, μη άνθρωπος; Ότι έχει ξεφύγει από τα όριά του, από τα μέτρα του; Ότι δεν είναι φύσις πλέον, αλλά ον παρά φύσιν; Ο Ευριπίδης απεικονίζοντας έτσι τη γενική αντίληψη των αρχαίων για την ψυχοβόρα επενέργεια του πάθους, επισημαίνει ταυτόχρονα και κάτι άλλο, πάντα επίκαιρο και φριχτό: τον πόλεμο, που εξαρθρώνει την κατεξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα, που ευτελίζει, μηδενίζει την ανθρωπιά μας και, από ένα σημείο και πέρα, μας μεταμορφώνει όλους σε τέρατα• θύτες και θύματα. ]]

● Η οδυνηρή ιστορία της Εκάβης δεν άγγισε μόνο των ελλήνων ποιητών τις ευαίσθητες χορδές, αλλά και άλλων, όπως του Λατίνου Οβίδιου, που συμπεριέλαβε στις “Μεταμορφώσεις” του το φονικό του γιου της Πολύδωρα από τον φιλάργυρο εγκληματία Πολυμήστορα με τους ακόλουθους στίχους:
« Είν’ ένας τόπος απέναντι στη Φρυγία, όπου ήταν κάποτε η Τροία•
το μέρος το κατοικούν οι Βίστονες. Εκεί έστεκε του Πολυμήστορα
το πλούσιο παλάτι και εκεί κρυφά σ’ έστειλε ο πατέρας σου, Πολύδωρε,
να σε φροντίζουν και έτσι σε κράτησε μακριά απ’ το στρατό των Φρύγων.
Σοφό το σχέδιό του, αν δεν είχε δώσει, αμοιβή της ανομίας,
μεγάλους θησαυρούς, που ερέθιζαν μιαν άπληστη ψυχή.
Όταν έγειρε η τύχη για τους Φρύγες, άρπαξε ξίφος ο ανόσιος
της Θράκης βασιλέας και το ‘μπηξε στο λάρυγγα εκείνου που προστάτευε.
Και σαν να ‘ταν δυνατό το έγκλημα να σβήσει μαζί με το νεκρό κορμί,
στα νερά, που έσκαγαν κάτω από βράχο, πέταξε το ξέπνοο κουφάρι. » ( Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, ΧΙΙΙ, 429- 438 )
Στη συνέχεια ο Λατίνος περιγράφει τη θυσία της Πολυξένης για να καταλήξει στην εκδίκηση της Εκάβης με τους παρακάτω στίχους:
« Είπε και με γερασμένα βήματα κίνησε κατά την ακτή
ξεριζώνοντας τα γκριζωπά μαλλιά της. « Δώστε μου στάμνα, Τρωαδίτισσες »
είπ΄ η δυστυχισμένη, για να γεμίσει με κύματα της θάλασσας•
είδε τότε στην ακτή πως ήταν ξεβρασμένο το σώμα του Πολύδωρου
και είχε μεγάλα τραύματα, που του άνοιξαν τα θρακικά όπλα.
Αναβόησαν οι Τρωάδες, βουβάθηκε εκείνη απ’ τον πόνο
και μαζί με τη φωνή τα δάκρυα, που μέσα αναβλύζαν,
ο ίδιος πόνος τα κατάπιε και, ίδια με πέτρα σκληρή,
έμεινε παγωμένη. Γρήγορα πάνω στη γη κάρφωσε τη ματιά της,
μετά το αγριεμένο βλέμμα της υψώνει στους αιθέρες.
Άλλοτε βλέπει την όψη του νεκρού και άλλοτε τις πληγές του,
πρώτα απ’ όλα τις πληγές• οπλίστηκε και γέμισε με μίσος.
Όταν το μίσος την άναψε, σαν να ‘τανε βασίλισσα ακόμα,
έβαλε κατά νου εκδίκηση και είχε στα μάτια της μόνο την τιμωρία.
Όταν το μίσος την άναψε, σαν να ‘τανε βασίλισσα ακόμα,
έβαλε κατά νου εκδίκηση και είχε στα μάτια της μόνο την τιμωρία.
Όπως μονάζ’ η λέαινα, που της πήραν, εκεί που θήλαζε, τα μικρά της
και ψάχνει εχθρό αόρατο και ίχνη ποδιών ακολουθεί,
έστ’ η Εκάβη, αφού πρώτα ανάμειξε το θρήνο με την οργή της,
χωρίς να ξεχνά το θάρρος της, τα χρόνια της ξεχνώντας,
πάει να βρει το δράστη της άγριας σφαγής, τον Πολυμήστορα,
ζητά να τον συναντήσει. Θέλει, λέει, χρυσάφι να του δείξει,
που έμεινε κρυμμένο, για να το δώσ’ αυτός στο γιο της.
Το πίστεψ’ ο Οδρύσιος• όπως το συνηθίζει, από αγάπη για τα λάφυρα
φτάνει σε μέρος κρυφό. Και πονηρός, με στόμα γλυκό
« Εκάβη, καθόλου μη διστάζεις » είπε, « δώσε τα δώρα στο παιδί!
Όλα δικά του είναι, όσα δίνεις, όσα πιο πριν του ‘στειλες,
τ’ ορκίζομαι στους ύψιστους ». Αγριεμένη κοίταξε εκείνον που μιλούσε
και ψεύτικους όρκους έδινε• έβραζε από οργή που ξεχειλίζει.
Του όρμησε και φώναζε κατά πάνω του το πλήθος των αιχμάλωτων
μανάδων και έμπηξε τα δάκτυλα στα ψεύτικά του μάτια.
Τα μάτια του ξερίζωσε (η οργή της δίνει δύναμη),
βυθίζει βαθιά τα χέρια• βάφτηκαν αυτά στο αίμα του κακούργου
και δεν του έβγαλε τα μάτια (αφού εκείνα δεν υπήρχαν), παρά το κοίλο των ματιών.
Θύμωσαν με το φόνο του άρχοντα όλοι μαζί οι Θράκες
και στην Τρωάδα αρχίζουν να ρίχνονται με όπλα και με πέτρες.
Και εκείνη με ουρλιαχτό βραχνό πιάνει την πέτρα να δαγκώνει,
που της ‘ριξαν, και από το στόμα, που άνοιξε έτοιμο για τα λόγια,
γαβγίζει, εκεί που πάει να μιλήσει. Ακόμη ο τόπος ειν’ εκεί και αυτό
του έδωσε τ’ όνομά του• έτσι, όπως θυμότανε για καιρό πόνους παλιούς,
με θλίψη γρύλιζε ολόγυρα στα θρακικά χωράφια.
Η μοίρα της δικούς της Τρώες και Έλληνες εχθρούς,
η μοίρα εκείνης άγγιξε όλους τους θεούς,
όλους το ίδιο• ακόμα κι αυτή η σύζυγος και αδελφή του Δία
δεν το αρνήθηκε, πως ένας τέτοιος θάνατος δεν άξιζε στην Εκάβη. » ( Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”,ΧΙΙΙ 533- 575 )

● Αναφέρεται ότι οι Aθηναίοι έκλαψαν όταν είδαν δραματοποιημένη από τον Eυριπίδη τη μοίρα της Eκάβης. Το πρώτο δημόσιο πρόσωπο που έκλαψε, από τα στοιχεία γνωρίζουμε, ήταν ο Aλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (369-358 π.X.). O Πλούταρχος αφηγείται πως όταν ο τύραννος είδε τη θλιβερή βασίλισσα της Tροίας, σκλάβα πια, δίχως παιδιά και εγγόνια, πετάχτηκε από τη θέση του και όρμησε στην έξοδο του θεάτρου. Θλιβερότερο ακόμη, λέει ο Πλούταρχος, ήταν το θέαμα του ανθρώπου εκείνου, που τόσους υπηκόους του είχε θανατώσει, να βάζει τα κλάματα για τα δεινά της Eκάβης και της κόρης της Πολυξένης. Ο Aλέξανδρος, μάλιστα, διέταξε τη θανάτωση του ηθοποιού που έπαιξε την Eκάβη, γιατί με την υποκριτική του δεινότητα έλιωσε την καρδιά του «σαν μέταλλο στον φούρνο». O Eυριπίδης στα δύο έργα του για τα αποτελέσματα του Tρωικού Πολέμου, τις «Tρωάδες» και την «Eκάβη», δημιούργησε ένα από τα μεγάλα αρχέτυπα του πόνου. Το έργο, τραγικά επίκαιρο σε όλες τις εποχές.
Η Εκάβη, κάποτε ευτυχισμένη βασίλισσα της Τροίας και μητέρα 50 παιδιών ( ποιητική υπερβολή, γιατί είναι αδύνατο σε γυναίκα να γεννήσει τόσα παιδιά ), μετά τον πόλεμο σέρνεται σκλάβα στην Ελλάδα και χάνει ένα - ένα τα αγαπημένα της παιδιά. Η εκδίκησή της, είναι μια πράξη απελπισίας, αφού η βασανισμένη μάνα περιμένει το θάνατο για να λυτρωθεί από τον ανείπωτο πόνο και τις συμφορές, που της προκάλεσε ο πόλεμος. Μήπως αυτή η τραγωδία δεν είναι μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο; Μήπως η Εκάβη δε μοιάζει τραγικά με την κάθε σημερινή μάνα στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Ροδεσία, στην Παλαιστίνη, στη Συρία, που σπαράζει πάνω στα πτώματα των παιδιών της;

● Ο Όμηρος παρουσιάζει άλλη εκδοχή για το θάνατο του Πολύδωρο. Περιγράφει το θάνατό του από τον Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης. Δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας για άλλον Πολύδωρο, γιατί ρητά τον αναφέρει ως γιο του Πρίαμου.
Δίνουμε στη συνέχεια την περιγραφή του θανάτου του μέσα από τους στίχους του ποιητή:
« Έπειτα στον Πολύδωρο όρμησε ο Πειλίδης,
το γιο του Πρίαμου• αυτόν δεν άφηνε ο πατέρας
να βγει στη μάχη, γιατί ήταν το πιο μικρό παιδί του,
το πιο αγαπημένο του• στο τρέξιμο νικούσε
όλους• κι άμυαλα, να δείξει το πόσο σβέλτος ήταν,
έτρεχε μες στους πρόμαχους, ώσπου τον βρήκε ο χάρος•
ο Αχιλλέας ο γοργός τον πέτυχε στη μέση,
καθώς περνούσε δίπλα του, κει που χρυσά θηλύκια
τη ζώνη σφίγγουν στερεά κι ο θώρακας διπλώνει•
στον αφαλό του πέρασε του κονταριού η μύτη•
γονάτισε στενάζοντας• τον βρήκε το σκοτάδι•
κάτω στη γη σωριάστηκε κρατώντας τ’ άντερά του.
Τον αδερφό Πολύδωρο ο Έκτορας σαν είδε
τα άντερά του να κρατά στο χώμα σωριασμένος,
σκοτείνιασαν τα μάτια του• δεν άντεξε να μένει
μακριά πια, αλλ’ αντίκρυ πήγε στον Αχιλλέα
το μυτερό κοντάρι του κραδαίνοντας, σαν φλόγα… » ( ΄0μηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Υ, 407- 423 )
Ο επικός ποιητής δεν αναφέρει ως μάνα του Πολύδωρου την Εκάβη, αλλά την παλλακίδα Λαοθόη. Στη Φ ραψωδία περιγράφει την επάνοδο του Αχιλλέα στο πεδίο της μάχης για να εκδικηθεί το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Πάτροκλου. Ανάμεσα στους Τρώες που σκότωσε ήταν και ο Λυκάονας, γιος του Πρίαμου κι αυτός. Ο Όμηρος περιγράφει την ικεσία του Πριαμίδη προς τον Πειλίδη να του χαριστεί και να μη του πάρει τη ζωή. Εκεί αναφέρει πως ο Λυκάονας και ο Πολύδωρος έχουν την ίδια μάνα, τη Λαοθόη, ενώ δεν έχουν την ίδια μάνα με τον Έκτορα, που σκότωσε τον Πάτροκλο. Ας δούμε την εκδοχή του Όμηρου:
« Σήκωσε το κοντάρι του ο άξιος Αχιλλέας
να τον χτυπήσει θέλοντας• έτρεξε αυτός σκυμμένος
και έπεσε στα πόδια του• πέρασε το κοντάρι
απ’ τη ράχη του και στη γη μπήχτηκε, κι ας ποθούσε
σάρκα• τα γόνατά του αυτός έπιασε μ’ ένα χέρι
και με τ’ άλλο δεν άφηνε πιάνοντας το κοντάρι
και λόγια ανεμάρπαστα του έλεγε μιλώντας:
« Προσπέφτω σου στα γόνατα, Αχιλλέα• σεβάσου
και σπλαχνίσου με• ικέτης, αρχοντικέ, σου είμαι•
εσύ να φάγω μου ‘δωσες πρώτος τη μέρα εκείνη
που ήρθες και με άρπαξες απ’ τ’ όμορφο αμπέλι
κι από πατέρα μακριά με πούλησες και φίλους
στην άγια Λήμνο κι εκατό κέρδισες γι’ αυτό βόδια.
Τρίδιπλα τόσο πλήρωσα, για να γλιτώσω• είναι
δώδεκα μέρες που ‘φτασα στην Τροία πίσω πάλι
πολλά παθαίνοντας• τώρα στα χέρια σου με ρίχνει
μοίρα κακή• μ’ εχθρεύεται ο Δίας δίχως άλλο,
που μ’ έβαλε στα χέρια σου• λιγόχρονο η μάνα
με γέννησε Λαοθόη, του γέρου Άλτη η κόρη,
που κει τους φιλοπόλεμους Λέλεγες κυβερνάει
πλάι στον Σατνιόεντα την Πήδασο κρατώντας.
Την κόρη του είχε ο Πρίαμος, καθώς και πολλές άλλες.
Δυο γιοι της γεννηθήκαμε, θα σφάξεις και τους δύο.
Σκότωσες μέσα στους πεζούς πρώτη γραμμή τον ένα,
τον άξιο Πολύδωρο, χτυπώντας με κοντάρι.
Κι εμένα θα με βρει κακό τώρα• δεν το ελπίζω
τα χέρια σου, όπου η μοίρα μ’ έριξε, να ξεφύγω.
Μα κάτι άλλο θα σου πω και βάλε το στο νου σου.
Μη με σκοτώσεις! Δεν είμαι από την ίδια μάνα
με τον Έκτορα , που φίλο καλό σου ΄χει σκοτώσει.» » ( Όμηρος, “Ιλιάδα”, ραψ. Φ, 67- 96 )
Ο Απολλόδωρος μας μεταφέρει άλλη εκδοχή. Αναφέρει όλα τα παιδιά του Πρίαμου και παρουσιάζει για μάνα του Πολύδωρου την Εκάβη. Γράφει:
« Μετά ο Πρίαμος, αφού έδωσε την Αρίσβη στον Ύρτακο, πήρε δεύτερη γυναίκα του την Εκάβη…
Πρώτα γεννήθηκε ο Έκτορας. Όταν ήταν να γεννηθεί το δεύτερο παιδί (ο Πάρης), η Εκάβη είδε στον ύπνο της ότι γέννησε ένα δαυλό αναμμένο, που περιφερόταν σε όλη την πόλη και έβαζε φωτιά…
Μετά από αυτόν η Εκάβη γέννησε κόρες, την Κρέουσα, τη Λαοδίκη, την Πολυξένη και την Κασάνδρα…
Στη συνέχεια γέννησε πάλι αγόρια, τον Δηίφοβο, τον Έλενο, τον Πάμμονα, τον Πολίτη, τον Άντιφο, τον Ιππόνοο, τον Πολύδωρο και τον Τρωίλο…» ( Απολλόδωρος, “Βιβλιοθήκη”, Γ΄ 5)

---------------------------------------------------------------------
(*9). Ο φιλόσοφοςΑριστοτέλης στο έργο του “Περί Ποιητικής”, δίνει τον εξής ορισμό της τραγωδίας:
« Ἐστὶνοὖν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳλόγῳ, χωρὶςἑκάστῳτῶνεἰδὼνἐντοῖςμορίοις, δρώντων καὶοὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέουκαὶ φόβου περαίνουσατὴντῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. »
Δηλαδή, « είναι λοιπόν η τραγωδία μίμηση (δηλ. αναπαράσταση επί σκηνής) πράξης σημαντικής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει κάποια διάρκεια, με λόγο ποιητικό ("γλυκό" ή "διανθισμένο", στην κυριολεξία), τα μέρη της οποίας διαφέρουν στη φόρμα τους, που παριστάνεται ενεργά και δεν απαγγέλλεται, η οποία προκαλώντας τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή τον αποκαθάρει (λυτρώνει) από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα. »

Δεν υπάρχουν σχόλια: