Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Αιώνιες τιμωρίες των θεών σε θνητούς που διέπραξαν ύβριν

[[ δαμ- ων ]]

Η μυθολογία μας αναφέρεται σε τιμωρίες θνητών, που ενώ οι θεοί τους περιέβαλλαν με αγάπη, φροντίδα και στοργή, αυτοί οι άνθρωποι διέπραξαν ύβριν. Η τιμωρία, που οι αθάνατοι επεφύλαξαν γι’ αυτούς τους θνητούς ήταν πολύ αυστηρή και μάλιστα αιώνια. Στη συνέχεια θα δούμε την ύβριν άλλων δύο ατόμων, που αναφέρει η μυθολογία, και την τιμωρία τους.


Γ΄. Σίσυφος
Ο Σίσυφος ήταν παιδί του Αιόλου και της κόρης του Δηίμαχου, Εναρέτης. Ίδρυσε την Εφύρα (μετέπειτα Κόρινθο). Γυναίκα του ήταν η Μερόπη, μία από τις κόρες του Άτλαντα. Ήταν αυτός που καθιέρωσε τα Ίσθμια, ενώ φέρεται να σκοτώθηκε από το Θησέα. Ο Όμηρος τον χαρακτηρίζει ως τον σοφότερο και πονηρότερο των ανθρώπων: «ἔνθα δὲ Σίσυφος ἔσκεν, ὃ κέρδιστος γένετ᾽ ἀνδρῶν». Ο Πίνδαρος τον χαρακτηρίζει «πυκνότατον παλάμαις ως θεόν’ (πάρα πολύ έξυπνος στα τεχνάσματα ως θεός), ενώ ο Θέογνις τον παρουσιάζει σαν πρότυπο πονηριάς (*1).
Το όνομά του μάλλον είναι προελληνικό και ετυμολογείται από το σι (=θεός) και συφός (=σοφός), οπότε κατά το Μέγα Ετυμολογικόν Σίσυφος= θεόσοφος.
Κάθε πρωί πήγαινε σ’ ένα ψηλό βράχο, στον Ακροκόρινθο, και από εκεί αγνάντευε πέρα μακριά με το αετίσιο του μάτι, από το οποίο τίποτα δεν ξέφευγε. Γνώριζε μυστικά όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των θεών. Ο ποταμός Ασωπός, ζητώντας να του αποκαλύψει αν γνώριζε κάτι για την αρπαγή της κόρης του, Αίγινας, του προσέφερε μια αστείρευτη πηγή νερού, για να χορταίνει τη δίψα του στο ψηλό βουνό. Τότε ο Σίσυφος, ξεχνώντας τους ενδοιασμούς που είχε, του αποκάλυψε ότι την Αίγινα την είχε αρπάξει ο Δίας.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Ο Δίας, όμως, οργίστηκε και του έστειλε το Θάνατο, τον οποίο όμως κατάφερε να δέσει με χοντρές και σιδερένιες αλυσίδες στα Τάρταρα. Από τη μέρα εκείνη μέχρι και την ημέρα της αποδέσμευσής του από το θεό Άρη, λέγεται ότι κανένας στη γη δεν πέθαινε, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβλήματα υπερπληθυσμού, αλλά και έλλειψης ανανέωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια κατάσταση τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο μόνος από τους θεούς που είχε φιλικές σχέσεις με το Θάνατο, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση. Όταν ο Σίσυφος οδηγήθηκε από τον Άρη στον Άδη, με τη βία, του ζήτησε μια τελευταία χάρη, την οποία ο ανύποπτος Θάνατος του επέτρεψε: να αποχαιρετίσει τη γυναίκα του.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Σίσυφος ζήτησε απ’ αυτήν να αφήσει άταφο το σώμα του και να μην του ρίξει χοές. Όταν ο Θάνατος τον οδήγησε στον Άδη, ζήτησε να δει την Περσεφόνη, γυναίκα του Πλούτωνα, όπου επιχειρηματολογώντας ότι ήταν άταφος και θα έπρεπε να ταφεί, ζήτησε να μπορέσει να επιστρέψει στον πάνω κόσμο, δήθεν για να τιμωρήσει τη γυναίκα του, που δεν του είχε αποδώσει τις απαιτούμενες τιμές. Έδωσε στην Περσεφόνη την υπόσχεση ότι θα επέστρεφε αμέσως πίσω, γι’ αυτό και του επέτρεψε τη φυγή για τρεις μόνο μέρες. Όμως, ο Σίσυφος ξεγέλασε και την Περσεφόνη, αρνούμενος να επιστρέψει πίσω. Τελικά, όταν σκοτώθηκε από το Θησέα, τον μετέφερε στον Κάτω Κόσμο παρά τη θέλησή του ο Ερμής, όπου και καταδικάστηκε στο ατέρμονο βασανιστήριο να σπρώχνει μια τεράστια πέτρα σε ένα πανύψηλο βουνό, και, μόλις έφτανε την κορυφή του, αυτή να γλιστρά και να πέφτει, έχοντας ως επακόλουθο ο Σίσυφος να αναγκάζεται να επαναλαμβάνει από την αρχή τη δοκιμασία, αιώνια ...
Ο Σίσυφος μαζί με τον Τάνταλο, θεωρούνται σαν οι περισσότερο τιμωρημένοι νεκροί στον Άδη. Την τιμωρία τους την επέβαλαν οι Κριτές των Νεκρών. Ομολογουμένως, πολύ παράξενη ιστορία ... Το έγκλημα του Σίσυφου ήταν ότι κατόρθωσε να νικήσει το θάνατο και να ανατρέψει τη φυσική τάξη. Κατόρθωσε να κάνει πραγματικότητα ένα από τα πιο ουτοπικά όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας, την κατανίκηση του θανάτου, χωρίς όμως να σκέφτεται τις συνέπειες της πράξης του. Οι θεοί, λοιπόν, καταδίκασαν τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα τον βράχο ως την κορυφή του βουνού απ' όπου η πέτρα, με το βάρος της, ξανάπεφτε. Είχαν σκεφτεί, και αυτό είναι το φοβερό και απελπιστικό, πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία απ' τη χωρίς όφελος κι ελπίδα προσπάθεια!
«Ακόμα αντίκρισα το Σίσυφο βαριά να τυραννιέται,
γιγάντιο ως με τα χέρια πάλευε ν᾿ ανακρατήσει βράχο'
γερά αντιστυλωμένος δούλευε με χέρια και με πόδια
και στο βουνό το βράχο ανέβαζε᾿ μα την κορφή του ως ήταν
να ξεπεράσει πια, το βάρος του τον ξετραβούσε πίσω,
και πάλι ο βράχος ο ξαδιάντροπος κατρακυλούσε ως κάτω.
Κι αυτός αψαγωνιόταν κι έσπρωχνε, κι απ᾿ όλο το κορμί του
ο ίδρωτας έτρεχε, και τύλιγε την κεφαλή του η σκόνη.» (Όμηρος, Οδύσσεια, λ΄, 593- 600)

----------------------------------------------------
(*1). Στην πονηριά είχε ξεπεράσει ακόμη και τον Αυτόλυκο, έναν από τους φημισμένους κλέφτες της εποχής του. Ο Αυτόλυκος ήταν περίφημος για τις κλεψιές και του ψεύτικους όρκους, που έπαιρνε. Ήταν γιός του Ερμή και της Χιόνης. Η Χιόνη την ίδια νύχτα κοιμήθηκε και με τον Απόλλωνα και με τον Ερμή. Έτσι μετά από εννέα μήνες γέννησε τον Φιλάμμονα από τον Απόλλωνα και τον Αυτόλυκο από τον Ερμή.
Ο Ερμής κληροδότησε το χάρισμα στον γιο του της ψευτιάς καθώς επίσης και ό,τι έπιανε στα χέρια του να το κάνει αγνώριστό ή άφαντο. Αν το ζώο ήταν λευκό, μπορούσε να το κάνει μαύρο και το αντίθετο, αν είχε κέρατα να τα βγάζει και να τα βάζει σε άλλο. Με αυτό τον τρόπο ρήμαζε τα ξένα κοπάδια σε όλον τον Παρνασσό και κανένας δεν μπορούσε να τον πιάσει.
Κάποτε έβαλε στο μάτι και τα βόδια του Σίσυφου. Έτσι ο βασιλιάς της Εφύρας έβλεπε να μειώνεται ο αριθμός των ζώων του, ενώ του Αυτόλυκου αυξανόταν. Καθώς ήταν πονηρός έπιασε και χάραξε το μονόγραμμά του στις οπλές των ζώων του. Έτσι κάποια μέρα που του έλειπαν αρκετά βόδια πήγε στον Αυτόλυκο, που φυσικά κι αρνήθηκε πως έκανε την κλεψιά. Τότε του έδειξε το μονόγραμμα στις οπλές και βρήκε όλα τα κλεμμένα. Ο Αυτόλυκος παραδέχτηκε την αρπαγή, αναγνώρισε την εξυπνάδα του και γίνηκαν φίλοι. Προσφέρθηκε να τον φιλοξενήσει στο αρχοντικό του και με την ευκαιρία έδωσε στον φιλοξενούμενο την κόρη του Αντίκλεια, που σε λίγες μέρες θα παντρευόταν τον Λαέρτη, βασιλιά της Ιθάκης, επιθυμώντας ο εγγονός του να συνδυάσει τη δική του εξυπνάδα και του Σίσυφου. Ο Οδυσσέας, λέγεται, πως πήρε την πανουργία του παππού του Αυτόλυκου και την εξυπνάδα του πραγματικού του πατέρα, του Σίσυφου.


Δ΄. Ιξίονας
Στην μυθολογία μας ο Ιξίονας ήταν ένας από τους Λαπίθες, βασιλιάς της Θεσσαλίας, με έδρα πιθανόν την Ιωλκό. Ήταν γιος του Φλεγύα. Παντρεύτηκε τη Δία, θυγατέρα του Ηιονέα, γιού του Αιόλου, βασιλιά της Φωκίδας. Με την Δία απέκτησαν δύο τέκνα τον Πειρίθοο (ου) και την Φισάδιη η οποία δόθηκε από τους Διόσκουρους ως θεραπαινίδα στην Ελένη. Ο Ιξίονας υποσχέθηκε στον πεθερό του πολύτιμα γαμήλια δώρα, αλλά αθέτησε την υπόσχεσή του. Ο Ηιονέας σε ενέχυρο πήρε τα περίφημα άλογα του Ιξίονα. Ο τελευταίος απόκρυψε την οργή του και προσκάλεσε τον πεθερό του σε γιορταστικό γεύμα στη Λάρισα, τάχα για να συμβιβαστούν. Με δόλο ήθελε να απαλλαγεί από τον πεθερό του. Γι’ αυτό του έστησε παγίδα, σκάβοντας έναν μεγάλο λάκκο, όπου έβαλε διάπυρα κάρβουνα. Πάνω από τον λάκκο έβαλε λεπτές σανίδες, που τις σκέπασε με χώμα. Ανύποπτος ο Ηιονέας έπεσε μέσα στο λάκκο βρίσκοντας φριχτό θάνατο. Με τη αποτρόπαια αυτή πράξη, ο Ιξίονας παραβίασε τον ιερό για τους Έλληνες νόμο της φιλοξενίας, προστάτης του οποίου ήταν ο Ξένιος Δίας.
Οι γειτονικοί άρχοντες, προσβεβλημένοι, αρνήθηκαν να του προσφέρουν άσυλο ή να εκτελέσουν τα τελετουργικά που θα του επέτρεπαν να αποκαθαρθεί από την ενοχή του. Έτσι ο Ιξίονας κηρύχθηκε εκτός νόμου, έζησε σαν απόβλητος και τον απόφευγαν οι πάντες. Σκοτώνοντας τον πεθερό του, έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην Ελληνική μυθολογία που σκότωνε συγγενή του. Η τιμωρία που επέσειε κάτι τέτοιο ήταν τρομερή. Κάποτε, ο Ιξίονας, για να ξεφύγει από τους διώκτες του, κατέφυγε ικέτης σε ναό του Δία. Εκείνος τον συμπόνεσε για την φοβερή του κατάσταση και τον έφερε στον Όλυμπο μαζί του.
Ο Ιξίονας λοιπόν από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε ανάμεσα στους δώδεκα θεούς του Ολύμπου. Απόκτησε την αθανασία τρώγοντας την θεϊκή τροφή τους, την αμβροσία, και πίνοντας το νέκταρ, ζώντας ανάμεσα τους. Σύντομα άρχισε να ποθεί την Ήρα, την βασίλισσα των υπολοίπων θεών και την προστάτιδα του γάμου. Αρχικά η Ήρα προσπάθησε να τον αποκρούσει διακριτικά, σύντομα όμως οι βλέψεις του Ιξίονα έγιναν εμφανείς και στους υπόλοιπους θεούς, ακόμα και στον Δία. Για αυτό το λόγο κάλεσε κοντά του μια νύμφη του ουρανού, τη Νεφέλη, και της έδωσε τη μορφή της Ήρας. Ο Ιξίονας λοιπόν πέφτοντας στην πλάνη αυτή ενώθηκε με τη Νεφέλη κι από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο πρώτος Κένταυρος. Εξοργισμένος όμως ο Δίας με την αισχρότητα αλλά και την ασέβεια που του επέδειξε ο Ιξίονας, του επέβαλε ένα τρομερό αιώνιο μαρτύριο, μιας κι εκείνος δε μπορούσε να πεθάνει αφού είχε γίνει αθάνατος.
Ο Ιξίωνας κεραυνοβολήθηκε και αποβλήθηκε από τον Όλυμπο. Ο Δίας διέταξε τον Ερμή να δέσει τον Ιξίονα σ' έναν τροχό. Έτσι δεμένος, ο Ιξίωνας περιφέρεται αιώνια στον Τάρταρο.
Ο Θηβαίος λυρικός ποιητής Πίνδαρος στον Πυθιόνικο 2 αναφέρεται στην ασέβεια του Ιξίονα και στην τιμωρία του:
«Μα τον Ιξίονα, λέγουν, προστάξανε οι θεοί
στο φτερωτό του κυλώντας παντούθε τροχό
να λέει στους θνητούς:
“Τον ευεργέτη τιμάτε, πληρώνοντας
μ’ εγκάρδιες τη χάρη αμοιβές”.
Τα’μαθε κι ο ίδιος καλά, γιατί ενώ
γλυκιά βρήκε ζωή στους καλόβουλους πλάι Κρονίδες,
τη ευτυχία του πολύ να βαστάξει δεν μπόρεσε,
μα στου νού του την τρέλα την Ήρα ερωτεύτηκε
της μακάριας κλίνης του Δία το ταίρι.
Αλλά των φρενών του το ξέπαρμα
σε βλάβη τον έσπρωξε απόκοτη
κι ό,τι άξιζε αμέσως παθαίνοντας, βρήκε
παιδεμό π’ όμοιος του κι άλλος δεν είναι.
Τέτοιους πόνους του φέρνουν τα δυό του τα κρίματα:
το ένα, που πρώτος στον κόσμον ο ήρωας αυτός
έχυσε κι όχι χωρίς κακές τέχνες
αίμ’ ανθρώπου απ’ την ίδια γενιά του.
Τ’ άλλο, πως στους απειρόβαθους
μέσα θαλάμους του Δία
να βιάσει τη γυναίκα του ζήτησε.
Αλλά πρέπει κανείς να μετρά κάθε τί
στα δικά του πάντα τα μέτρα
να σε ποιόν οι παρότροποι έρωτες
συμφορά μαζεμένη τον ρίξανε
και τον πλέρωσαν: πλάι σε νεφέλη κοιμήθηκε
ο μωρός, αγκαλιάζοντας ψέμα γλυκό
γιατί στην ειδή με την υπερέξοχη
θυγατέρα του Ουράνιου του Κρόνου παράφερνε,
που του Δία του τη στήσανε οι τέχνες παγίδα,
όμορφή του ζημιά και τα ολέθρια εισέπραξε
κάτεργα πάνω στα τέσσερ’ αδράχτια τροχού.
Κι έτσι ανέλαβε, πέφτοντας σ’ άλυτες
χειροπέδες, το πάγκοινο για όλους το μήνυμα.
Δίχως τις Χάριτες γόνο του γέννησε αχάραγο
μόνον η μόνη νεφέλη αυτόν
από θεούς κι ανθρώπους ατίμητο,
που θρέφοντάς τον ονόμασε Κένταυρο.
Κι έσμιγε αυτός στου Πηλίου τα ριζά τις φοράδες
της Μαγνησίας και φύτρωσε θάμα κοπάδι,
πόμοιαζε και με τους δυό τους γονιούς του,
με τη μητέρα από κάτω
κι απάνωθε με τον πατέρα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: