Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Αιώνιες τιμωρίες των θεών σε θνητούς που διέπραξαν ύβριν

[[ δαμ- ων ]]

Η μυθολογία μας αναφέρεται σε τιμωρίες θνητών, που ενώ οι θεοί τους περιέβαλλαν με αγάπη, φροντίδα και στοργή, αυτοί οι άνθρωποι διέπραξαν ύβριν. Η τιμωρία, που οι αθάνατοι επεφύλαξαν γι’ αυτούς τους θνητούς ήταν πολύ αυστηρή και μάλιστα αιώνια. Στη συνέχεια θα δούμε την ύβριν άλλων δύο ατόμων, που αναφέρει η μυθολογία, και την τιμωρία τους.


Δ΄. Τιτυός

Στην μυθολογία μας ο Τιτυός ήταν ένας από τους Γίγαντες ή, σύμφωνα με άλλους μυθογράφους, ένας από τους Τιτάνες. Ο Τιτυός φέρεται ως γιος του Δία και της Ελάρας, κόρης του Ορχομενού ή του Μινύα. Κατά την Οδύσσεια είναι γιος της Γαίας. Για την Ελάρα έλεγαν πως διατηρούσε κρυφή σχέση με τον βασιλιά των θεών, τον Δία. Για ν’ αποφύγει αυτός τη ζήλεια της Ήρας και το κυνήγημα απ’ τη βασίλισσα των θεών, έχωσε την ερωμένη του μέσα στη γη, απ’ όπου βγήκε ο Τιτυός.
Σε παραλλαγή του μύθου, η Ελάρα δεν άντεξε το βάρος του γίγαντα που κυοφορούσε από τον Δία. Πέθανε, λοιπόν, και την έθαψαν. Σαν βρέθηκε το σώμα της μέσα στη γη, άνοιξε η κοιλιά της και βγήκε ο Τιτυός. Η Γη ανέλαβε την ανατροφή του. Κατοικία του Τιτυού κατά τον Όμηρο ήταν η Εύβοια. Ο Τιτυός πήρε μέρος στη Γιγαντομαχία. Ο Τιτυός απόκτησε μια κόρη , την Ευρώπη, που ενώθηκε με τον Ποσειδώνα και γέννησε τον τιμημένο ήρωα Εύφημο.
Κάποτε επιτέθηκε για να βιάσει τη Λητώ όταν εκείνη περνούσε από την πόλη που είχε καταλάβει ο Τιτυός, την Πανοπέα της Φωκίδας, για να μεταβεί στους Δελφούς., τον τόπο όπου τιμούσαν τον γιο της Απόλλωνα. Κάποιοι λένε πως ήταν βαλτός από την Ήρα, για να εκδικηθεί το δεσμό της Λητώς με τον Δία. Στην επίκληση της για βοήθεια τόσο στον Δία, όσο και στα παιδιά της Απόλλωνα και Άρτεμη, ο Δίας κεραυνοβόλησε τον βιαστή τη στιγμή που ξέσκιζε το ρούχο της Λητώς και ταυτόχρονα τα βέλη των παιδιών της χτύπησαν τον Τιτυό που από την διπλή επέμβαση έπεσε νεκρός.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

Μετά τον θάνατό του, ο πελώριος αυτός Γίγαντας καταδικάστηκε να βρίσκεται τεντωμένος σε μήκος εννέα πλέθρων στον Κάτω Κόσμο και δύο γύπες να τρώνε ακατάπαυστα το συκώτι του.
Ο Όμηρος στην Οδύσσεια παρουσιάζει τον Οδυσσέα να περιγράφει το μαρτύριο του Γίγαντα Τιτυού στον Κάτω Κόσμο΅
« Τον Τιτυό, το γιο της Γης, της δοξασμένης είδα
να κείτεται εννιά στρέμματα στο χώμα ξαπλωμένος·
δυο γύπες από δυο μεριές του ‘τρωγαν το συκώτι
βυθίζοντας το ράμφος τους· δε σάλευε εκείνος.
Είχε πειράξει τη Λητώ, συντρόφισσα του Δία,
όταν τραβούσε στους Δελφούς από τον Πανοπέα.» (Όμηρος, Οδύσσεια, λ΄, 576- 581)

Ε΄. Νιόβη

Η Νιόβη ήταν κόρη του Τάνταλου, του βασιλιά της Λυδίας της Μ. Ασίας, και της Διώνης, της αδελφής του Πέλοπα. Αυτήν παντρεύτηκε ο Αμφίονας, σαν έγινε βασιλιάς της Θήβας. Απόχτησαν 7 γιους, τους Νιοβίδες Σίπυλο, Φαίδιμο, Ευπίνυτο, Ίσμηνο, Δαμασίχθονα, Αγήνορα,και Τάνταλο, και 7 κόρες, τις Νιοβίδες Εθοδαία ή Νέαιρα, Κλεοδόξη, Αστυόχη,Φθία, Πελοπία, Αστυκράτεια και Ωγυγία, που ξεχώριζαν για την ομορφιά τους και την αντρειοσύνη τους.
Ζούσαν ευτυχισμένοι και η Νιόβη ήταν περήφανη για τα πολλά και όμορφα παιδιά της και μάλιστα καυχιόταν γι’ αυτό. Οι θεοί είχαν δώσει ευτυχία, πλούτη και ωραία παιδιά στη Νιόβη, μα αυτή αντί να τους ευχαριστεί και να τους τιμά, ήταν αχάριστη. Μια μέρα, η άμυαλη, τόλμησε να καυχηθεί πως ήταν ανώτερη από τη Λητώ, αφού είχε αποκτήσει 14 παιδιά, ενώ η Λητώ μόνο 2, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη.
Ήταν τότε που η μάντισσα Μαντώ, η θυγατέρα του τυφλού μεγάλου μάντη της Θήβας Τειρεσία, διαβαίνοντας τους δρόμους της πόλης, κάλεσε όλες τις Θηβαίες να τιμήσουν προσφέροντας θυσίες τη θεά Λητώ και τα δίδυμα θεϊκά παιδιά της, τον σαϊτευτή χρυσόμαλλο θεό του φωτός Απόλλωνα και τη θεά του δάσους και του κυνηγιού, την παρθένα Άρτεμη.
« - Πιστές γυναίκες της Θήβας », τους είπε, « η Λητώ σας ζητάει, δια του στόματός μου, να τελέσετε λαμπρή γιορτή και να προσφέρετε ευσεβή θυμιάματα σ’ αυτήν και στα παιδιά της. Στολίστε με δαφνοστέφανα τα φρεσκολουσμένα σας μαλλιά κι ας κάνουμε θυσίες καταπώς τους πρέπει ».
Σαν άκουσαν οι Θηβαΐδες το κάλεσμα υπάκουσαν στα λόγια της μάντισσας και δαφνοστεφανωμένες πρόσφεραν σφάγια και ταπεινά δεήθηκαν.
Η μόνη από τις γυναίκες των Θηβών, που δεν πήρε μέρος στις τελετές, ήταν η εγωίστρια βασίλισσα. Με την ακολουθία της, έχοντας μεγαλοπρεπή αμφίεση και τις ξανθές πλεξούδες ριγμένες στους τορνευτούς της ώμους, πήγε και στάθηκε μπροστά από το βωμό, κι αφού έριξε περιφρονητική ματιά γύρω της, είπε :
«- Ποια μανία σας κατέβαλε και προτιμάτε τους θεούς, που μόνο ακουστά έχετε, αντί γι’ αυτούς που και γνωρίζετε αλλά και μπροστά σας έχετε; Και γιατί τάχα να τιμάτε πιότερο τη ξένη Λητώ και να περιφρονείτε τη δική μου θεότητα; Πατέρας μου είναι ο περιβόητος Τάνταλος, ο μόνος από τους θνητούς, που είχε το προνόμιο να παρακαθίσει στο τραπέζι των αθανάτων. Μητέρα μου είναι η αδελφή των Πλειάδων και παππούς μου ο παμμέγιστος Άτλαντας, που στον ώμο του υποβαστάζει το σύμπαν, ενώ ο ίδιος ο Δίας είναι και δικός μου παππούς. Εμένα φοβούνται τα φρυγικά έθνη και σε μένα σαν βασίλισσα ανήκει το βασίλειο του θείου Κάδμου. Εγώ με το σύζυγό μου διευθύνουμε τα τείχη της πρωτεύουσάς μας, που χτίστηκαν με τους γλυκούς της λύρας του Αμφίονά μου ήχους.
Και μαζί με τα πλούτη που πλημμυρίζουν τα λαμπρά μας ανάκτορα έχω κι άλλα ανεκτίμητα στολίδια, που είναι τα επτά αντρειωμένα παλικάρια μου και οι επτά πανέμορφες θυγατέρες μου. Όλα αυτά , λοιπόν, δε δείχνουν τη θεϊκή μου καταγωγή και πως είμαι άξια για τιμές θεάς; Αναλογιστείτε τώρα αν έχω λόγους να είμαι υπερήφανη και να μη μπορώ να κατανοήσω πως τολμάτε να προτιμάτε την κόρη του Κοίου Λητώ από μένα, που ήταν εξόριστη κι από τον ουρανό κι από τη γη και περιπλανιόταν τόσο, ώστε και η Δήλος τη λυπήθηκε και της είπε : - Εσύ περιπλανιέσαι πάνω στη γη κι εγώ πάνω στα κύματα.
Κι όμως η Λητώ γέννησε μόνο δύο παιδιά, ενώ εγώ έφερα στον κόσμο δεκατέσσερα. Είμαι, άρα, ευδαιμονέστερη εκείνης και δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα παραμείνω ισόβια τέτοια. Η Μοίρα δε θα μπορέσει ποτέ να με βλάψει ούτε στο ελάχιστο, γιατί όσα παιδιά κι αν μου αφαιρέσει πάντοτε περισσότερα θα μου αφήσει από αυτά της Λητούς. Ας μου πάρει όσα παιδιά θέλει η Μοίρα, εγώ να ξέρετε όμως πως πάντα θα είμαι υπέρτερη από τη Λητώ.
Φύγετε από το βωμό, αρκετά φανήκατε ευλαβείς σε κάποια που δεν το αξίζει. Βγάλτε τα δαφνοστέφανα τώρα, αρκετή ασέβεια δείξατε προς εμένα και με ταπεινώσατε για μια κατώτερή μου».
Τρόμαξαν οι Θηβαίες αγρικώντας τα ξιπασμένα λόγια της υπερφίαλης βασίλισσας και δεήθηκαν στη θεά Λητώ να δώσει συγχώρεση και να μη την τιμωρήσει.
Οργίστηκε η θεά, η μάνα των δυο μεγάλων θεών, σαν άκουσε τα απερίσκεπτα και καυχησιάρικα λόγια της αιθεροβάμονας θνητής. Κάλεσε τα παιδιά της, το δοξαρεστή Φοίβο Απόλλωνα και τη σαϊτορίχτρα Άρτεμη, και λόγια παραπονιάρικα βγήκαν από τα φαρμακωμένα χείλη της.
«- Σκαιά με πρόσβαλε του Τάνταλου η κόρη. Δεν πιστεύει πως είναι θεά η μάνα, που σας έφερε στον κόσμο. Η Νιόβη δεν με αναγνωρίζει, παρόλο που μόνο η Ήρα, η γυναίκα του Δία, με ξεπερνά στη δύναμη και στη δόξα. Να πάρετε εκδίκηση για τη μεγάλη προσβολή, που μου ‘καμε. Αν μείνει ατιμώρητη, οι άνθρωποι θα πάψουν να με τιμούν και θα γκρεμίσουν τους βωμούς μου. Μη ξεχνάτε πως η κόρη του Τάνταλου πρόσβαλε κι εσάς, συγκρίνοντάς σας με τα θνητά παιδιά της».
Ο φωτοβόλος Απόλλωνας με οργή την αντίκοψε:
«- Φτάνει, μάνα, γιατί με τα παράπονά σου αργοπορείς τη τιμωρία, που πρέπει να δοθεί».
Ίδια ήσαν και τα λόγια της Άρτεμης.
Γοργοπέταξαν τα δυο αδέλφια, αφήνοντας τις κορφές του Κύθνου, στη Δήλο, και πήραν το δρόμο για τη Θήβα, βράζοντας από οργή το στήθος τους, πάνω στα σύννεφα κι ενώ κουδούνιζαν στις φαρέτρες τα θανατερά τους βέλη. Σε λίγο έφτασαν στην χαρούμενη εφτάπυλη Θήβα, που έμελλε θρήνος κι οδυρμός ν’ απλωθεί από το βοριά μέχρι το νοτιά κι από την ανατολή μέχρι τη δύση. Ο μακρότοξος Απόλλωνας βρήκε τα παλικάρια του Αμφίονα και της Νιόβης σιμά στο κάστρο να καταπιάνονται με του πολέμου τα τεχνάσματα. Τυλιγμένος σε λευκή καταχνιά, κι έτσι άφαντος, συνάντησε δυο από τους γιους, τον Ίσμηνο και το Σίπυλο, ντυμένους με πορφυρά σκουτιά, να καλπάζουν με τα γοργόδρομα άτια τους. Κι ενώ παράβγαιναν, τρέχοντας σαν τον άνεμο, έσυρε κραυγή πόνου ο Ίσμηνος, καθώς ένα βέλος του Απόλλωνα του είχε τρυπήσει το στήθος. Τα χρυσοστολισμένα γκέμια έπεσαν από τα χέρια του κι αυτός σωριάστηκε άψυχος στη θηβαϊκή γη. Άκουσε ο Σίπυλος το σφύριγμα της σαϊτιάς και κέντρισε τα πλευρά του αλόγου του για να την αποφύγει, καλπάζοντας πιότερο κι από τον άνεμο γοργά, μα η θανατερή σαϊτιά δε λάθεψε και του τρύπησε το σβέρκο.
Άλλοι δυο γιοι, ο Φαίδημος με τον Τάνταλο παράβγαιναν στη πάλη και τα ιδρωμένα κορμιά τους ήταν αγκαλιασμένα στη προσπάθεια με λαβή ο ένας να ρίξει κάτω τον άλλο. Έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το τρίτο βέλος του τοξευτή θεού και τους διαπέρασε και τους δυο μαζί. Έσμιξε το αίμα τους κι αντάμα πήραν το δρόμο για τον Άδη. Πήγε ο Ευπίνυτος να σηκώσει τ’ αγαπημένα του αδέλφια, μα τέταρτη σαϊτιά έφυγε από το τόξο του Απόλλωνα και καρφώθηκε στη τρυφερή καρδιά του Νιοβίδη, που ‘πεσε πάνω στα κορμιά των αδελφών του. Παραπέρα έριχνε ακόντιο ο Δαμασίχθονας, που σαν είδε τους άλλους να πέφτουν σαϊτοβολημένοι στο πικρό το χώμα, έτρεξε με το δόρυ να τους υπερασπιστεί, μα άλλο βέλος βγήκε από τη φαρέτρα του γιου της Λητούς, που του τρύπησε το μηρό. Γονάτισε δαγκώνοντας τα χείλη από τον πόνο και βάλθηκε να το βγάλει, μα ευθύς ένα άλλο καρφώθηκε στα πνευμόνια του κι έκανε τον αέρα να μπει με ορμή σφυρίζοντας, και μετά ακολούθησε ο ρόγχος του θανάτου.
Έτρεξαν οι υπηρέτες κι έφεραν στο παλάτι τα θλιβερά μαντάτα. Αλαφιασμένη, με ξέπλεκα μαλλιά έτρεξε η δύσμοιρη μάνα, ξοπίσω και οι κόρες της στον τόπο όπου κείτονταν τα σώματα των νεκρών αγοριών. Θρηνώντας και χτυπώντας το στήθος της τ’ αγκάλιασε, ενώ δάκρυα ράντιζαν τα κορμιά τους. Και τότε άκουσε φωνές πόνου από τις κόρες. Η σαγιτεύτρια Άρτεμη είχε πιάσει δουλειά και τόξευε μια προς μια τις θυγατέρες της Νιόβης. Έξι πανέμορφα κορίτσια ξεψυχούσαν τριγύρω της, και το μικρότερο, έντρομο είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της και προσπαθούσε να κρυφτεί στις δίπλες του φορέματός της. Λυγισμένη από τον ανείπωτο πόνο, η φαντασμένη βασίλισσα, ύψωσε ικετευτικά τα χέρια της στον ουρανό.
«- Ω, τρανή θεά Λητώ, άφησέ μου το μικρότερο από τα κορίτσια μου, άφησέ μου τουλάχιστον το ένα».
Από τα παιδιά της δύστυχης μάνας, μόνο δυο σώθηκαν. Από τα αγόρια ο Αμφίονας ή ο Αμύκλας κι από τα κορίτσια η Μελίβοια ( τα ονόματά τους δεν αναφέρονται παραπάνω, γιατί οι ιστορικοί δεν συμφωνούν ούτε ως προς τον αριθμό των παιδιών, ούτε ως προς τα ονόματα ). Στην κόρη η Άρτεμη χάρισε τη ζωή, γιατί είχε νικήσει σε αγώνες, που είχε διοργανώσει η Ιπποδάμεια κατά τον γάμο της με τον Πέλοπα τιμώντας την Ήρα. Όμως την έκανε χλωμή κι από τότε λεγόταν Χλωρίς. Η ομηρική παράδοση αναφέρει πως τα πτώματα έμειναν άταφα 10 μέρες και την 11η τα έθαψαν οι ίδιοι οι θεοί.
Σαν είδε η Νιόβη τα παιδιά της νεκρά, αγόρια και κόρες, καταλήφθηκε από οδύνη κι άρχισε έναν ατέλειωτο θρήνο. Δώδεκα αγαπημένα σώματα, που έσφυζαν από νεότητα, δύναμη, αντρειοσύνη, χάρη κι ομορφιά, ήσαν μπροστά της, θύματα της δικής της απερισκεψίας, του δικού της αχαλίνωτου εγωισμού. Ποιό να πρωτοφιλήσει και ποιο να πρωτοθρηνήσει; Αφού τα έθαψε, τρεις μέρες κάθισε σιωπηλή και νηστική πάνω από τους τάφους τους. Αλλά κι ο άντρας της, ο Αμφίονας δεν είχε καλύτερη τύχη, γιατί στην απόγνωσή του πάνω θέλησε να πυρπολήσει το ναό του Απόλλωνα Ισμίνιου, για να πάρει εκδίκηση για το κακό, που του προξένησε ο θεός. Έπεσε όμως νεκρός, χτυπημένος από τα βέλη του θεού, του οποίου θέλησε να βεβηλώσει το ναό.
Αφού έχασε παιδιά και άντρα, η Νιόβη κίνησε να γυρίσει πίσω στην πατρίδα της τη Λυδία, κοντά στον πατέρα της. Εκεί νέα συμφορά την περίμενε. Βρήκε την πατρική της πόλη, το Σίπυλο, κατεστραμμένη από τα θεμέλια. Μην αντέχοντας τόσο πόνο, παρακάλεσε τον πατέρα των θεών να της πάρει κι αυτής τη ζωή. Τότε ο Δίας τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε βράχο. Όμως η χαροκαμένη μάνα εξακολουθούσε να κλαίει και μετά τη μεταμόρφωσή της, γιατί ο βράχος έβγαζε τα δάκρυα της Νιόβης σαν νερό πηγήσιο. Ακόμη και σήμερα ο διαβάτης, που θα επισκεφτεί την περιοχή, θα αντικρίσει στο βράχο σχηματισμένη τη μορφή γυναίκας, που στάζει σταγόνες νερού-δάκρυα. Αυτός ο φυσικός σχηματισμός, γνωστός και ως “ανάγλυφο της Νιόβης” βρίσκεται λίγο έξω από την Μαγνησία, στο όρος Σίπυλο, στη σημερινή Μανισά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: