Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Θησέας


[[ δαμ- ων ]]

1ο Μέρος:
Ο Θησέας είναι ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες την μυθολογίας μας, ο σημαντικότερος μετά τον Ηρακλή. Δοξάστηκε με πολλά κατορθώματα, παρόμοια μ’ αυτά του Θηβαίου τρανοδύναμου υπερήρωα, στάθηκε ισάξιός του σε τόλμη κι ανδρεία, και πολλές φορές αγωνίστηκε στο πλευρό του. Αποτελεί την προσωποποίηση του ιδανικού χαρακτήρα των Ιώνων. Επομένως, αφού ο Θησέας είναι ο βασικός εκπρόσωπος των Ιώνων και ο Ηρακλής των Δωριέων, τότε η άρρηκτη φιλία τους συμβολίζει την ενότητα των Ελλήνων. Πρωτοσυντάμε το όνομά του σε κείμενα της Γραμμικής γραφής Β΄. Ο μύθος του βασίστηκε στο χαμένο έπος “Θησηίς”.
Εμείς θα ασχοληθούμε, κύρια, με το ευεργετικό έργο του ήρωα. Ας δούμε πρώτα όσα προηγήθηκαν της γέννησής του και το χρέος των Αθηναίων να προσφέρουν στους Κρήτες εφτά αγόρια κι εφτά κορίτσια:
[[ Ο ρήγας της πόλης της Παλλάδας, ο Αιγέας, αν και είχε παντρευτεί δύο φορές, δεν είχε αποχτήσει διάδοχο (*1). Τ’ αδέρφια του καραδοκούσαν να του πάρουν το θρόνο, εκμεταλλευόμενα την ατεκνία του. Τι να κάνει, λοιπόν, ο απελπισμένος ρήγας, κίνησε για το ιερό των Δελφών, να πάρει χρησμό από το θεό. Μα η Πυθία, όπως πάντα, έδωσε χρησμό σκοτεινό, που δεν μπόρεσε ο Αιγέας να εξηγήσει. Καθώς πήρε το δρόμο της επιστροφής, σκέφτηκε πως στην Τροιζήνα βασίλευε ο σοφός Πιτθέας, που πιθανόν να του έδινε την ορμήνεια του χρησμού. Είπε στο γέρο το χρησμό, κι αυτός κατάλαβε πως θα γεννιόταν από τον Αιγέα ο μεγαλύτερος ήρωας της Αθήνας. Έτσι ο γερο- ρήγας, για να δοξαστεί η πόλη του, σκέφτηκε με πονηριά. Μέθυσε τον Αιγέα και τον έβαλε να κοιμηθεί με την θυγατέρα του Αίθρα, την ίδια νύχτα, που είχε φροντίσει να χαρεί την ομορφιά της κι ο κοσμοσείστης Ποσειδώνας (*2).
Στο παλάτι της Τροιζήνας έμεινε κάμποσες μέρες ο Αιγέας. Έτσι φάνηκαν της εγκυμοσύνης τα σημάδια. Σαν έμαθε ο ρήγας της Αθήνας πως η ρηγοπούλα είχε στα σπλάχνα της το παιδί του, χάρηκε πολύ γιατί δεν θα ‘μενε άτεκνος, μα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα του. Ο αδερφός του ο Πάλλαντας (*3) με τα πενήντα παιδιά του προσδοκούσε την ώρα που θα ανέβαινε στο θρόνο. Πριν φύγει ο Αιγέας, οδήγησε την μητέρα του παιδιού του σ’ ένα βράχο, κοντά στο ναό του Σθένιου Δία, όπου έκρυψε το σπαθί και τα πέδιλά του. Σαν γεννιόταν το παιδί και ήταν αγόρι, να το άφηνε να φτάσει στην εφηβεία, χωρίς να του φανερώσει τον πατέρα του. Τότε να τον πήγαινε στο βράχο και να του έλεγε να τον σηκώσει.

Η συνέχεια >>> VagiaBlog…

« -Αν γεννηθεί αγόρι και είναι τόσο δυνατός που να μπορέσει να κυλήσει αυτό το βράχο και να πάρει αποκεί το καλοακονισμένο σπαθί και τα σανδάλια μου, να το στείλεις μ’ αυτά στην Αθήνα. Απ’ αυτά θα τον γνωρίσω πως είναι γιος μου», της άφησε παραγγελιά.
Μόνο αν κατόρθωνε να πάρει τα σανδάλια και το ξίφος να του φανέρωνε τη γενιά του, και με μεγάλη μυστικότητα να πήγαινε να τον συναντήσει, γιατί οι Παλλαντίδες ήσαν επικίνδυνοι.
Μετά ο Αιγέας πήγε του γυρισμού το δρόμο. Περνώντας από την Κόρινθο συνάντησε την Μήδεια, στην οποία υποσχέθηκε πως θα τη δεχτεί στην Αθήνα. Σαν έφτασε στην Αθήνα, οργάνωσε αγώνες, τα Παναθήναια, όπου πήραν μέρος απ’ όλη την Ελλάδα. Ήρθε κι ο Αντρόγεος, ο γιος του θαλασσοκράτορα Μίνωα, που βγήκε πρώτος, νικώντας όλους τους άλλους. Αυτόν τον αντρειωμένο παλικαρά σκέφτηκε να στείλει στον Μαραθώνα για ν’ αντιμετωπίσει τον φοβερό ταύρο, που ρήμαζε την περιοχή. Μα στάθηκε άτυχος ο νέος, γιατί ο ταύρος τον σώριασε άψυχο, βυθίζοντας τα σουβλερά του κέρατα στο κορμί του ρηγόπουλου.
Θύμωσε ο γιος του Δία και βασιλιάς της Κρήτης για το χαμό του γιου και θεώρησε υπεύθυνους τους Αθηναίους και τους Μεγαρείς. Πήρε τον στόλο του και έφτασε στον Σαρωνικό. Πρώτα κυρίεψε τα Μέγαρα και μετά ήρθε στην Αθήνα. Στις μάχες που έγιναν κανένας δεν βγήκε νικητής. Τότε ο Μίνωας παρακάλεσε τον πατέρα του, τον βροντορίχτη Δία, να τον βοηθήσει και να τιμωρήσει τους Αθηναίους. Ο νεφελοσυνάχτης έριξε λοιμό στην πόλη, κι ο Αιγέας γύρεψε χρησμό από το μαντείο, πως θα βρουν λύτρωση από το κακό. Η Πυθία τους συμβούλεψε να κάνουν ό,τι τους ζητήσει ο Μίνωας. Αυτός αξίωσε να του στέλνουν κάθε χρόνο ( ή κάθε εννιά χρόνια ) τροφή για τον Μινώταυρο εφτά αγόρια κι εφτά κορίτσια. ]]
Τα όσα αναφέραμε παραπάνω για τη γενιά του Θησέα, μας τα παρουσιάζει και ο Ευριπίδης στην εισαγωγή της τραγωδίας του “Ικέτιδες”, μέσα από τα λόγια της Αίθρας:
« Δήμητρα, που φυλάς την Ελευσίνα
τη χώρα τούτη, κι όσοι τους ναούς της
φροντίζετε ιερείς, δεηθείτε ο γιος μου
να ‘ναι καλά ο Θησέας, κι η Αθήνα,
κι η Αίθρα εγώ, κι ο τόπος του γονιού μου
Πιτθέα, που μ’ ανάθρεψε σε σπίτια
καλότυχα και μ’ έδωσε γυναίκα
στο τέκνο του Πανδίονα, τον Αιγέα,
τους χρησμούς του Λοξία ακολουθώντας. » ( Ευριπίδης, “Ικέτιδες” 1- 7 )
Ας έρθουμε τώρα στον ήρωά μας, κι ας παρακολουθήσουμε το ταξίδι του για την Αθήνα με τα θαυμαστά του ανδραγαθήματα:
[[ Σαν ήρθαν οι μέρες που η φύση ορίζει, η Αίθρα έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγόρι, που το ονόμασε Θησέα, γιατί ο πατέρας του Αιγέας είχε « θέσει » τα σημάδια της αναγνώρισης κάτω από τον μεγάλο βράχο. Το παιδί μεγάλωσε με την επίβλεψη του σοφού παππού του Πιτθέα, που φρόντισε να πάρει την καλύτερη μόρφωση, αλλά και να μάθει τη χρήση των όπλων και να γίνει ένας αντρειωμένος μαχητής. Από μικρός έδειξε πως ήταν άτρομος και θαρραλαίος. Στην Τροιζήνα διηγούνταν τη συνάντηση του μικρού Θησέα με το ίνδαλμά του, τον ξάδερφό του Ηρακλή. Κάποτε πέρασε ο Θηβαίος τρανοδύναμος γιος του Δία από το παλάτι του Πιτθέα. Καθώς ήταν κουρασμένος από το δρόμο και πεινασμένος, ο συγγενής του ρήγας πρόστραξε να στρώσουν τραπέζι για να φάνε. Ο Ηρακλή άφησε το λιοντοροτόμαρο δίπλα του κι έπεσε στο φαΐ. Καθώς έπαιζε ο εφτάχρονος Θησέας με τα παιδιά των Τροιζηνίων, μπήκαν στο δώμα, που ήταν ο γιος της Αλκμήνης κι ο παππούς Πιτθέας. Σαν είδαν τ’ άλλα αγόρια τη λεοντή, σκιάχτηκαν, πιστεύοντας πως ήταν ζωντανό λιοντάρι, και το ‘βαλαν στα πόδια. Ο Θησέας διόλου δε τρόμαξε, παρά άρπαξε ένα τσεκούρι κι όρμησε να σκοτώσει το λιοντάρι, όπως θαρρούσε.
Σαν μπήκε στην εφηβεία, κατά τη συνήθεια της εποχής, πήγε στους Δελφούς, όπου πρόσφερε τα μαλλιά του στο θεό. Έκοψε μόνο τα μπροστινά, κι έτσι έπεφταν στο μέτωπο όσα απόμειναν κοντά. Από τότε αυτό το χτένισμα έγινε συνήθεια και το λέγαν “κουρά Θησηΐω”. Όταν έκαμε αυτό το χρέος και γύρισε στην πατρίδα, η Αίθρα, που έβλεπε πως το καμάρι της ήταν μυαλωμένο και δυνατό παλικάρι, το οδήγησε στον βράχο, όπου ο Αιγέας είχε κρύψει το σπαθί και τα πέδιλά του. Του φανέρωσε το μυστικό και την καταγωγή του και τον παρακίνησε να πάρει τα δώρα του γονιού του.
« -Μονάκριβέ μου, κάτω απ’ αυτόν τον βράχο βρίσκονται του πατέρα σου τα σαντάλια και το βασιλικό σπαθί. Ο κύρης σου είναι ο ρήγας της πόλης της Παλλάδας, την ονομαστής Αθήνας. Είναι ο ξακουστός Αιγέας. Σαν κυλήσεις τον πελώριο βράχο και τα πάρεις, αυτά θα είναι το σημάδι για να σε γνωρίσει ο πατέρας σου.»
Αυτός μ’ ευκολία κύλησε το βράχο κι αντίκρισε τα βασιλικά δώρα. Με περηφάνεια έδεσε στα πόδια του τα πέδιλα του γονιού και ζώστηκε το σπαθί. Ήταν πια έτοιμος να πάρει το δρόμο για να γνωρίσει το βασιλιά της Αθήνας, που οποίου ήταν σπορά. Μάταια επέμεναν μάνα και παππούς να ταξιδέψει με πλοίο, που και πιο σύντομα θα ήταν και με πολύ λιγότερο κίνδυνο. Αυτός προτίμησε μόνος να πάρει της στεριάς τον τραχύ και μακρινό δρόμο, που ‘ξερε πως είχε πολλούς κινδύνους, γιατί ήταν γεμάτος από τρομερούς κακούργους, που σκότωναν τα θύματά τους. Έτσι θα γνώριζε πολλούς τόπους και θα καθάριζε το δρόμο από μισητούς φονιάδες. Συνάμα θ’ αποχτούσε δόξα, δείχνοντας στον πατέρα πως ήταν αντάξιός του.
Χαιρέτησε την αγαπημένη μάνα και το σεβαστό παππού του και πήρε το μακρινό δρόμο που οδηγούσε στην Αττική. Έξω από την Επίδαυρο συνάντησε τον Περιφήτη, που ήταν γιος του Ήφαιστου και της Αντίκλειας. Τον έλεγαν και Κορυνήτη, γιατί στα χέρια του κρατούσε κορύνη, δηλαδή ένα σιδερένιο ρόπαλο, με το οποίο σκότωνε κάθε στρατοκόπο που διάβαινε από τα μέρη του και τον λήστευε. Ήταν κουτσός σαν το γονιό του, το θεό της σιδηρουργικής και της τέχνης των μετάλλων, και πελώριος στο μπόϊ. Μόνο που τον έβλεπες σάστιζες και σου κόβονταν τα γόνατα. Σαν σήκωσε ο γίγαντας το ρόπαλο να σκοτώσει τον Θησέα, του έπιασε αυτός επιδέξια το χέρι, του έπεσε η κορύνη, και τον σκότωσε με το ίδιο το όπλο που σκόρπιζε το θάνατο στους διαβάτες. Από τότε το σιδερένιο ρόπαλο έγινε το αχώριστο όπλο του, όπως είχε γίνει και το ρόπαλο από αγριελιά του Ηρακλή.
Συνέχισε το δρόμο του ο γιος του Αιγέα κι έφτασε στον Ισθμό. Σιμά εκεί, στις Κεχριές, ήταν ένας πευκώνας αφιερωμένος στον θεό της θάλασσας, τον Ποσειδώνα. Εκεί ζούσε ο γιος του ο Σίνης, που τον έλεγαν Πιτυοκάμπτη από τον τρόπο που συνήθιζε να σκοτώνει τα θύματά του. Είχε το συνήθειο να λυγίζει με τα πελώρια χέρια του τις κορυφές από δυο αψηλά πεύκα, στις οποίες έδενε τα πόδια των ανυποψίαστων διαβατών. Μετά άφηνε ελεύθερα τα πεύκα, κι αυτά καθώς ορθώνονταν έσχιζαν στα δυο τα καημένα τα θύματα. Σαν πέρασε από ‘κει ο Θησέας θέλησε ο θηριώδης γίγαντας να του κάμει τα ίδια. Μα νικήθηκε από τον νέο, και βρήκε το ίδιο τέλος, που είχαν τα θύματά του (*4).
Πάλι πήρε ο Θησέας το δρόμο για την Αθήνα. Πέρασε από την Κρομμυώνα ( τους σημερινούς Αγ. Θεοδώρους ). Τα περίχωρα είχαν ερημωθεί από μια φοβερή αγριογουρούνα, τη Φαιά, κόρη του Τυφώνα (*5) και της Έχιδνας (*6). Αυτή ήταν η μάνα που γέννησε τους δυο τρομαχτικούς κάπρους, του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου. Οι κάτοικοι της Κρομμυώνας παρακάλεσαν τον ήρωα, γιατί η φήμη του προηγείτο της παρουσίας του, να τους απαλλάξει από το ανήμερο θεριό, που τους έκανε τις μεγάλες καταστροφές. Έστησε ενέδρα του Αιγέα ο γιος στην πελώρια αγριογουρούνα, και σαν την είδε να μπαίνει σ’ έναν αμπελώνα και να τον ισοπεδώνει, όρμησε με το σπαθί του και το κάρφωσε στην καρδιά του θεριού, σκοτώνοντάς το.
Συνεχίζοντας το δρόμο του έφτασε στις Σκιρωνίδες πέτρες ( τη σημερινή κακιά Σκάλα ), όπου ζούσε ο Σκίρωνας, γιος του Κόρινθου κι εγγονός του Πέλοπα. Αυτός παραμόνευε εκεί στα στενά των Μεγάρων, στην απότομη πλαγιά, που ορθώνονταν κοφτοί ολόρθοι γκρεμοί κι από κάτω λυσσομανούσε η κυματόδερτη θάλασσα μ’ αφρισμένο στόμα, έτοιμη να καταπιεί όποιον γκρεμιζόταν. Ο γιγαντόσωμος ληστής ανάγκαζε τους διαβάτες να του πλένουν τα πόδια. Κι αυτοί ως έσκυβαν μπροστά του τρέμοντας από το φόβο να τον υπηρετήσουν, εκείνος τους έδινε μια δυνατή κλωτσιά και τους τσάκιζε απύθμενη θάλασσα, όπου μια τεράστια χελώνα τους κατασπάρασσε. Σαν έφτασε στο μέρος του Σκίρωνα, ο γίγαντας του άπλωσε τα πόδια και τον πρόσταξε να τα πλύνει. Ο Θησέας καμώθηκε τον πρόθυμο να τον υπηρετήσει, και κάνοντας πως σκύβει να τα πλύνει, τον άρπαξε απ’ αυτά και σηκώνοντάς τον ψηλά τον γκρέμισε στο ίδιο μέρος που ο ληστής γκρέμιζε τα θύματά του.
Μετά πέρασε από της Ελευσίνα, όπου βρισκόταν ένας τρανοδύναμος γίγαντας, ο Κερκύονας, γιος του Ποσειδώνα, ο οποίος ανάγκαζε τους στρατοκόπους να παλέψουν μαζί του. Πάνω στην πάλη τους έσφιγγε μα τα δυνατά σαν μέγγενη μπράτσα και τους έσπαγε τα κόκκαλα. Έτσι έβρισκαν οδυνηρό θάνατο. Όταν ο Κερκύονας προκάλεσε σε πάλη τον Θησέα, αυτός δέχτηκε. Θυμήθηκε τον τρόπο που ο Ηρακλής νίκησε τον γιγάντιο Ανταίο. Γι’ αυτό έβαλε όλη τη δύναμή του και σήκωσε ψηλά τον γιγαντόσωμο γιο του Ποσειδώνα κι ευθύς τον πέταξε μ’ ορμή στη γης και τον σκότωσε.
Έφτανε στο τέλος της διαδρομής του και θα συναντούσε, επιτέλους, τον πατέρα του. Μα έπρεπε λίγο πριν φτάσει στον προορισμό του να κάνει ένα ακόμη κατόρθωμα. Να αντιμετωπίσει τον Δαμάστη ή Πολυπήμονα, που πιότερο ήταν γνωστός σαν Προκρούστης, άλλος γιος του Ποσειδώνα. Αυτός είχε πιάσει το δρόμο, που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα, την γνωστή Ιερά Οδό ( κοντά στο σημερινό Δαφνί ) κι είχε ένα κρεβάτι, όπου υποχρέωνε να ξαπλώνουν οι διαβάτες. Αν ήσαν μικρόσωμοι και τα πόδια τους δεν έφταναν στην άκρη του κρεβατιού, τα τραβούσε να μακρύνουν και τους ξερίζωνε σάρκες και κόκαλα. Αν ήταν μεγαλόσωμος και περίσσευαν τα πόδια, τους τα ‘κοβε. Το ίδιο θέλησε να κάνει και με τον Θησέα. Αυτός πάλεψε μαζί του, τον νίκησε και τον υποχρέωσε να ξαπλώσει στο ίδιο το κρεβάτι του. Αφού ήταν γιγαντόσωμος, περίσσευε το κεφάλι του, κι ο ήρωάς μας με το σπαθί του το ‘κοψε.
Έτσι όλη η διαδρομή από τον Ισθμό μέχρι την Αθήνα απαλλάχτηκε από τους ληστές και τους κακούργους που τρομοκρατούσαν τους ταξιδιώτες. Από τότε όλοι, έμποροι, προσκυνητές και απλοί στρατοκόποι, ταξίδευαν άφοβα. Μα μπορούσε να είχε ελευθερωθεί ο δρόμος από ΄κείνους που προξενούσαν τον τρόμο, αλλά είχε χυθεί ανθρώπινο αίμα και τα χέρια του παλικαριού από την Τροιζήνα ήσαν μολεμένα. Ο ήρωας έπρεπε να εξαγνιστεί από το μίασμα. Φτάνοντας στην πόλη, κοντά στον Κηφισό, ο Θησέας απάντησε κάποιους από τους απόγονους του Φύταλου (*7). Αυτός στα παλιά χρόνια είχε φιλοξενήσει τη θεά της καλλιέργειας και της σοδιάς, τη Δήμητρα, η οποία είχε χάσει την κόρη της, γιατί την είχε κλέψει ο θεός του Κάτω Κόσμου, ο ψυχοσυλλέκτης Πλούτωνας. Χωρίς να την ξέρει, όπως είχε καταντήσει αγνώριστη από τον πόνο, την απελπισία και της περιπλάνησης την κούραση, καθώς την γύρευε ψάχνοντας σ’ όλη τη γης, της έδωσε στέγη και τροφή. Πρόθυμα οι Φυταλίδες φιλοξένησαν δείχνοντας αγάπη στο γιό του ρήγα τους, που ακόμη δεν το ήξεραν. Σαν ξαπόστασε και τους διηγήθηκε τα κατορθώματά του, ζήτησε να τον εξαγνίσουν. Αυτοί τον οδήγησαν στου Μειλίχιου Δία το βωμό, όπου με καθαρμούς τον απάλλαξαν από το μίασμα.
-------------------------------------------------------------------------------
(*1). Ο Αιγέας αρχικά πήρε γυναίκα τη Μήτα, την κόρη του Οπλήτα και ύστερα τη Χαλκιόπη, τη θυγατέρα του Ρηξήνορα. Θεώρησε σαν αιτία της στειρότητάς του την Ουράνια Αφροδίτη, που είχε οργιστεί μαζί του. Για να κατευνάσει το θυμό της λιδρυσε ιερό και καθιέρωσε τη λατρεία της στην Αττική.

(*2). Την εκδοχή για την πατρότητα του Ποσειδώνα μας μεταφέρει ο Παυσανίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν εμφανίστηκε στον ύπνο της Αίθρας η Αθηνά και τη πρόσταξε να πάρει στο νησάκι Σφαίρα και να προσφέρει επιτάφια θυσία στον Σφαίρο, τον ιπποκόμο του Πέλοπα. Εκεί παρουσιάστηκε ο Ποσειδώνας και την έκανε δική του. Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως αυτό είναι εφεύρημα του Πιτθέα, που επιθυμούσε ο εγγονός του να έχει θεία καταγωγή, και στο γεγονός πως ο Ποσειδώνας ήταν η κυριότερη θεότητα των Τροιζηνίων.

(*3) Ο Πανδίονας απόχτησε τέσσερις γιούς από την Πυλία, τον Αιγέα, που ήταν ο μεγαλύτερος και τους Πάλλαντα, Νίσο και Λύκο. Ο Πανδίονας αρχικά βασίλεψε στην Αθήνα, αλλά οι γιοί του Μητίονα εξεγέρθηκαν και τον έδιωξαν. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει στα Μέγαρα, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Πύλα, τον οποίο διαδέχτηκε. Σαν πέθανε ο Πανδίονας οι γιοι του τον έθαψαν στα Μέγαρα και επέστρεψαν στην Αθήνα διεκδικώντας την εξουσία από τους Μητίονες. Μάζεψαν στρατό, με τον οποίο νίκησαν τους γιους του Μητίονα και η Αθήνα γύρισε στους νόμιμους διαδόχους της. Η εξουσία τους εκτεινόταν από το Σούνιο μέχρι την Κόρινθο πλέον, μαζί με την Εύβοια. Την περιοχή που όριζαν την χώρισαν στα τέσσερα. Ο Αιγέας, ο μεγαλύτερος, βασίλεψε στην αθήνα, ο Νίσος στα Μέγαρα, Ο Λύκος την Εύβοια και ο Πάλλαντας το νότιο μέρος της Αττικής μέχρι το Σούνιο. Ο Πάλλαντας απόχτησε πενήντα γιους και είχε βλέψεις στην Αθήνα, αφού ο αδελφός του δεν είχε διάδοχο. Γαλούχησε τα παιδιά του εχθρικά προς τον Αιγέα. Οι Παλλαντίδες αποπειράθηκαν να καταλάβουν την Αθήνα, αλλά νικήθηκαν από τον Θησέα.

(*4). Μετά το φονικό του Σίνη ο Θησέας είχε την πρώτη ερωτική του εμπειρία. Ο Σίνης είχε μια πανώρια θυγατέρα, την Περιγούνη. Αυτή σαν είδε το θάνατο του πατέρα της, φοβήθηκε κι έτρεξε να κρυφτεί σε μια λόχμη με αστοιβές κι άλλα αγκάθια. Με αθωότητα παιδούλας παρακαλούσε τους θάμνους να την κρύψουν, κι έταζε πως, αν τη σώζαν, ποτέ δε θα τους έριχνε σε φωτιά. Ο νεαρός Θησέας την καλούσε με δυνατή φωνή και της υποσχόταν να μη της κάνει κακό. Αυτή ξεθάρρεψε και βγήκε από τον κρυψώνα της. Η έλξη που ένιωσαν ο ένας για τον άλλο τους έκανε να ενωθούν. Από το ερωτικό σμείξιμο γεννήθηκε ο Μελάνιππος. Αργότερα ο Θησέας την πάντρψε με τον Δηιονέα, γιο του Εύρυτου, βασιλιά της Οιχαλίας.

(*5) Τυφώνας: ήταν ένα φοβερό τέρας, βίαιο και ανυπότακτο, που γέννησε η Γαία μετά την εξόντωση των γιγάντων. Πατέρας του ήταν ο Τάρταρος. Το μέγεθος και η δύναμή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα άλλα παιδιά της Γαίας.
Περιγράφεται σαν " ένας τρομερός θεός, με αδάμαστα μπράτσα και ακούραστα πόδια. Στους ώμους του βγαίνουν εκατό κεφάλια φιδιών, φριχτοί δράκοντες που τα τρομαχτικά τους στόματα εξακοντίζουν όλα μαύρες γλώσσες...Από καθεμιά από τούτες τις κεφαλές βγαίνουν μπερδεμένες φωνές, έν' απίστευτο ανακάτωμα από τους πιο διάφορους ήχους. Άλλοτε είναι η λαλιά που καταλαβαίνουν οι θεοί, άλλοτε μουγκρητά ενός ανημέρωτου ταύρου, οι βρυχηθμοί ενός άγριου λιονταριού, οι θρηνητικές κραυγές ενός νεαρού σκύλου...". Εξηγώντας όλα αυτά , απ' τον Τυφώνα έρχονται οι άνεμοι με τα υγρά χνώτα, οι άνεμοι της θύελλας, που ορμούν πάνω σε σκοτεινιασμένα κύματα, εξαπολύουν μανιασμένες τρικυμίες και καταστρέφουν τα πλεούμενα.
Ο Τυφώνας για να εκδικηθεί της εξόντωση των Γιγάντων, έριχνε βράχους κι ανάγκασε τους θεούς να καταφύγουν στην Αίγυπτο και να μεταμορφωθούν σε ζώα. Η Αθηνά του αντιστάθηκε και κατηγόρησε τον Δία για δειλία. Ο Δίας προσπάθησε να φυλάξει τον Όλυμπο και χτυπούσε με κεραυνούς τον Τυφώνα, μα αρχικά ο Τυφών υπερίσχυσε σε πάλη εκ του συστάδην και άφησε τον Δία ανήμπορο κόβοντας τους τένοντές του (χεριών και ποδιών) και αναγκάζοντάς τον να καταφύγει στο Κωρύκιο Άντρο στη Κιλικία. Τότε ο Τυφών έδωσε στην Δελφύνη, την αδερφή του, να φυλάει τους τένοντες του Δία, μα ο Ερμής με τον Πάνα τους έκλεψαν και απελευθέρωσαν τον Δία που ανέκτησε τη δύναμή του και κυνήγησε τον Τυφώνα κατακεραυνώνοντάς τον και ρίχνοντας εναντίον του τεράστιους όγκους βουνών τον έκλεισε στα έγκατα της γης απ΄ όπου συνεχίζει κατά καιρούς να εκβάλλει κραυγές και πύρινες γλώσσες.

(*6) Έχιδνα: ήταν το τέρας που υπήρξε η μητέρα των σημαντικότερων τεράτων της μυθολογίας. Ήταν κόρη του Ουρανού και της Γαίας (ή της Κητούς ή ακόμη, σύμφωνα με μια άλλη παράδοση που διέσωσε ο Παυσανίας, της Στύγας και του Πείραντα). Είχε το πρόσωπο όμορφης γυναίκας και το σώμα ερπετού.

(*7) Φύταλος: είναι γνωστός Αττικός ήρωας, που έγινε ο γενάρχης του αττικού γένους των Φυταλιδών. Στον Φύταλο, το όνομα του οποίου παραπέμπει σε δενδροφυτείες, η θεά της γεωργίας, η Δήμητρα, δίδαξε για πρώτη φορά την καλλιέργεια της συκιάς σε ανταπόδοση της φιλοξενίας που της είχε προσφέρει όταν αυτή αναζητούσε την κόρη της, την Περσεφόνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: