Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Δυο παραμύθια, που ίσως μας κάνουν να δούμε το μυστήριο του θανάτου διαφορετικά…

[[ δαμ- ων ]]

Πολλοί από εμάς παγώνουν στο άκουσμα του θανάτου. Η λέξη “θάνατος” τους κάνει να σφίγγει η καρδιά τους και κάποιες φορές να παραλύουν. Πραγματικά, ο θάνατος είναι ένα θέμα που απευχόμαστε και που δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε στο κοντινό μας περιβάλλον. Πολύ περισσότερο στο οικογενειακό μας περιβάλλον. Ο πόνος που νιώσαμε στον χαμό αγαπημένων μας προσώπων, μας έχει δημιουργήσει μια απέχθεια για τον θάνατο. Κι όμως, θα έπρεπε να τον αντιμετωπίζουμε σαν ένα απόλυτα φυσιολογικό φαινόμενο. Γιατί το μόνο σίγουρο από τη στιγμή που κάποιος έρχεται στον κόσμο, είναι ότι και θα φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο. Μπορεί να πετύχει στη ζωή, μπορεί και ν’ αποτύχει. Μπορεί να αποκτήσει χρήματα και περιουσία, μπορεί και να μην αποκτήσει. Μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια και να φέρει στον κόσμο παιδιά, μπορεί και όχι. Μπορεί να κάνει ταξίδια και να γνωρίσει πολλούς τόπους κι ανθρώπους, μπορεί και να μην φύγει από τον τόπο του. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Το μόνο σίγουρο είναι πως θα σβήσει κάποτε το καντήλι της ζωής του! Πως θα έρθει ο θάνατος, γιατί κανείς δεν είναι αθάνατος.
Στο θέμα του θανάτου και η ίδια η εκκλησία μας έχει δώσει τραγικές διαστάσεις. Στην εξόδια ακολουθία υπάρχουν πολλά απολυτίκια, τα οποία, αντί να προκαλέσουν παρηγοριά κι ελπίδα, επιφέρουν τον τρόμο. Ακούμε: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή, χωριζομένη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν!Προς τους Αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει∙ προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα…» Κι όμως! Η ψυχή όταν φεύγει από το σώμα και αγαλλίαση νιώθει και βοηθούς έχει, που την βοηθούν να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Να συνηθίσει στη νέα διάσταση, όπου πηγαίνει. Υπάρχουν χιλιάδες μαρτυρίες από βιώματα των απλών ανθρώπων, που έζησαν το ψυχορράγημα συγγενών τους. Αναφέρουν ότι ο «υπό αναχώρηση» μιλάει για αποθανόντα συγγενικά πρόσωπα, που «ήρθαν να τον βοηθήσουν να φύγει». Κι αν οι εν ζωή συγγενείς τον εμποδίσουν να «φύγει», παραπονείται γιατί τον «γύρισαν πίσω», αφού «εκεί που πήγαινε» ήταν τόσο καλά… Υπάρχουν και οι περιγραφές των ανθρώπων που «έφυγαν» για λίγο, αλλά επανήλθαν, όπως η περιγραφή φίλου μου που «έφυγε» με ανακοπή καρδιάς και «επανήλθε» με απινιδωτή (ηλεκτρικό σόκ). Δεκάδες βιβλία κάνουν τις ίδιες αναφορές. Η ψυχή νιώθει αγαλλίαση όταν φεύγει από το φυσικό επίπεδο, ενώ πνευματικές οντότητες, όπως άγγελοι, πνευματικοί δάσκαλοι, αγαπημένοι φίλοι και συγγενείς, που έχουν ήδη πεθάνει, τους συμπαραστέκουν στην μετάσταση στη νέα πραγματικότητα…

Η συνέχεια >>> vagiablog…

Αργότερα ακούμε να ψάλλουν: «Όντως φοβερώτατον, το του θανάτου μυστήριον, πώς η ψυχή εκ του σώματος, βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας, και της συμφυΐας ο φυσικώτατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμνεται…» Κι όμως, το μυστήριο του θανάτου μόνο μυστήριο δεν είναι για την ψυχή! Γιατί κι άλλες φορές έχει βιώσει αυτό το “μυστήριο”. Συνεπώς, ο θάνατος δεν είναι μυστήριο για την ψυχή! Γιατί αυτή έχει καταγεγραμμένες όλες τις επίγειες ζωές της κι όλους τους θανάτους της. Όταν απαλλαγεί από τα δεσμά του σώματος επανέρχεται η ψυχική μνήμη και αναθυμάται όλη την μακραίωνη ιστορία της με κάθε λεπτομέρεια. Μυστήριο είναι για εμάς τους ζωντανούς, στους οποίους εκκλησία και εκπαίδευση μας έχει αφαιρέσει την γνώση!
Μια ιστορία μας, κάτι σαν παραμύθι, λέει ότι ο θάνατος είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Ας τη γνωρίσουμε;
[[ Ο Θεός ικανοποιημένος από τα δημιουργήματα του, αποφάσισε να κάνει ένα τελευταίο δώρο σε αυτά.
Να τους δώσει το δώρο του θανάτου κι έτσι να μπορούν κάποια στιγμή να είναι κοντά του.
Στην αρχή έδωσε τον θάνατο στα μεγαλοπρεπή βουνά. Όταν όμως πέθανε το πρώτο, τα υπόλοιπα άρχισαν να θρηνούν τόσο δυνατά που σειόταν όλη η γη και τίποτα πάνω της δεν μπορούσε να στεριώσει.
Πήρε το δώρο του θανάτου απ’ τα βουνά και το έδωσε στα ποτάμια. Όταν όμως πέθανε το πρώτο ποτάμι, ο θρήνος των υπολοίπων ήταν τόσο δυνατός που η βουή που έκαναν δεν μπορούσε με τίποτα να είναι ανεκτή σε κανένα πλάσμα.
Το έδωσε λοιπόν στην συνέχεια στις λίμνες και στις θάλασσες. Όμως, όταν πέθανε η πρώτη λίμνη, οι υπόλοιπες στέρεψαν και οι θάλασσες ξεχείλισαν.
Τον έδωσε στα σύννεφα, αλλά μετά τα υπόλοιπα έκλαιγαν συνεχώς και η βροχή κόντεψε να πλημμυρίσει τα πάντα.
Το δοκίμασε σε όλα τα δημιουργήματα του και στο τέλος έφτασε στον άνθρωπο.
Όταν πέθανε ο πρώτος άνθρωπος, ο Θεός είδε ότι ο άνθρωπος κλαίει βουβά αλλά αντέχει… συνεχίζει και ζει… και είδε ότι κάποια στιγμή ο άνθρωπος ξαναχαμογελάει…
Ικανοποιημένος από αυτήν την αναπάντεχη εξέλιξη είδε ότι ο άνθρωπος αξίζει αυτό το μεγάλο δώρο του θανάτου και του το έδωσε για πάντα, για να μπορεί κάποια στιγμή να είναι δίπλα στον δημιουργό του.]]
Πριν από πολλά δισεκατομμύρια χρόνια ο Δημιουργός δημιούργησε την πλάση. Όντας αγνό Πνεύμα, με πολλή μεγάλη συχνότητα δόνησης, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την χαμηλή συχνότητα του φυσικού κόσμου. Ήθελε να έχει σαφή αντίληψη των δημιουργημάτων Του. Μόνον κάποιος που να μπορούσε να βιώσει τον φυσικό κόσμο, να έρθει σε επαφή με όλα τα είδη των δημιουργημάτων, το ορυκτό βασίλειο, το φυτικό και το ζωικό, θα μπορούσε να Του επιβεβαιώσει ότι όλα ήσαν «καλά λίαν». Διαβάζουμε στην Π. Διαθήκη: «και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησεν, και ιδού καλά λίαν» (Γένεσις, α΄, 31) Αυτή την επιβεβαίωση ανέθεσε στον άνθρωπο. Το πνεύμα του ανθρώπου- ένα μέρος από το Πνεύμα του Θεού- πήρε την εντολή να αποκτήσει βιωματικά την γνώση της ύλης. Για να το πετύχει αυτό έπρεπε να αποκτήσει ένα φυσικό σώμα. Έτσι, όπως ο άνθρωπος φοράει ένα ένδυμα, το πνεύμα “φόρεσε” ένα υλικό σώμα, με το οποίο κατέβηκε στο φυσικό πεδίο για ν’ αποκτήσει σταδιακά την εμπειρία της ύλης. Η Γη είναι για τον άνθρωπο ένα κοσμικό σχολείο, στο οποίο αποκτά την βιωματική γνώση κι εμπειρία του υλικού κόσμου. Γνωρίζουμε από τα μαθητικά μας χρόνια ότι στο σχολείο δεν πηγαίναμε 24 ώρες το 24-ωρο. Επίσης χρειαζόμασταν και ώρες ανάπαυσης. Επίσης τα ενδύματα του ανθρώπου φθείρονται, παλιώνουν, και θέλουν αντικατάσταση. Φθορά του σώματος είναι τα γηρατειά και ξεκούραση για την ψυχή ο θάνατος. Όπως αλλάζουμε τα ρούχα μας και ζούμε την εναλλαγή ημέρας και νύχτας, έτσι η ψυχή αλλάζει σώματα με την εναλλαγή ζωής και θανάτου. Ο θάνατος είναι το ξεκούρασμα, στο οποίο η ψυχή ανακεφαλαιώνει τα μαθήματα που πήρε όταν ζούσε σε ένα σώμα. Και συνεχίζει σε νέες τάξεις, με άλλα μαθήματα, από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό, από γυμνάσιο στο λύκειο και τέλος στο πανεπιστήμιο για τα ανώτερα μαθήματα ζωής, οπότε η ψυχή πνευματοποιείται. Επομένως ο θάνατος δεν είναι η τιμωρία, αλλά το δώρο του Θεού, όπως λέει η ιστορία μας. Η ψυχή πηγαίνει στον πνευματικό κόσμο, έρχεται πιο κοντά στο Θεό!
Ας δούμε στη συνέχεια το δεύτερο παραμύθι, όπως μας το δίνει η «Μύριαμ Κ. Ρόδος» με τον τίτλο “Tο συννεφάκι”: [[ Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα μικρό συννεφάκι. Αυτό το συννεφάκι, διέφερε από όλα τα άλλα σύννεφα, γιατί είχε ψυχή και συναισθήματα ανθρώπινα. Όταν λοιπόν του δινόταν η ευκαιρία, κατέβαινε πολύ χαμηλά για να ακούσει τις σκέψεις των ανθρώπων, που τόσο πολύ αγαπούσε. Έτρεχε πολύ γρήγορα για να προλάβει να ακούσει, όσο περισσότερους ανθρώπους μπορούσε. Το συννεφάκι πολλές φορές στεναχωριόταν. Γιατί, άκουγε να κλαίνε και να ζητάνε από τον Θεό να τους αφήσει να δουν κάποια αγαπημένα πρόσωπα, που είχαν χάσει. Μια μέρα το μικρούλη συννεφάκι, αποφάσισε να πάει στον Θεό. Το σκεφτόταν καιρό τώρα, μα δίσταζε. Όμως η αγάπη που είχε για τους ανθρώπους το έκαναν να παραμερίσει, τους δισταγμούς του και έτσι πήγε στον Θεό, γεμάτος ταπεινότητα και αγάπη, για να του ζητήσει χάρη.
«Θεέ μου», είπε και η φωνή του τρεμόπαιζε από φόβο και ντροπή, για την παράξενη χάρη που θα ζήταγε. «Σε παρακαλώ, άσε με μια φορά, να φέρω στον ουρανό, έναν άνθρωπο για να δει μια τελευταία φορά, κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο».
Ο Θεός δεν μίλησε για αρκετά λεπτά, και αυτό φόβισε το συννεφάκι, όμως εκείνος σκεφτόταν πως μπορεί ένα συννεφάκι να έχει τόσο μεγάλη καρδιά; Γιατί αυτό που του ζήτησε δεν ήταν για εκείνο, αλλά για κάποιον άλλο. Αφού πέρασαν αρκετά λεπτά σιωπής, ακούστηκε η βροντερή φωνή του Θεού.
«Εντάξει, να φέρεις έναν άνθρωπο, για πρώτη και τελευταία φορά. Ελπίζω», συνέχισε να λέει, «να φέρεις αυτόν που έχει την μεγαλύτερη ανάγκη, για να δει τον άνθρωπό του.»
Το συννεφάκι, τρελό από χαρά, έτρεξε πάλι κοντά στην γη, για να ψάξει και να βρει τον πιο απελπισμένο άνθρωπο της γης, που έχασε κάποιο δικό του. Περιπλανήθηκε, σε όλη την γη, άκουσε κλάματα, προσευχές, ικεσίες, και η καρδία του σφίχτηκε τόσο πολύ, που άρχισε να πηγαίνει τώρα αργά. Καθώς περνούσε, από μια μικρή πόλη, άκουσε κραυγές και κλάματα, κάποια γυναίκα, είχε χάσει τον πατέρα της και παρακαλούσε να μπορέσει να τον δει έστω ένα λεπτό και να του μιλήσει. Το μικρό συννεφάκι σταμάτησε για λίγα λεπτά, μα όμως συνέχισε την πορεία του. Λίγο παραπέρα στην ίδια πόλη, ένας άνδρας, έκλαιγε γοερά, αυτός είχε χάσει την γυναίκα του και κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μικρό παιδί, μα και πάλι δεν σταμάτησε, συνέχισε τον δρόμο του. Ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσει, ποιος άνθρωπος θα έπαιρνε, αυτό το μεγάλο δώρο.
Πέρασαν αρκετές εβδομάδες, μα το συννεφάκι, ακόμα να βρει τον άνθρωπο. Ώσπου, ένα σούρουπο, άκουσε μια γυναίκα να μοιρολογεί και να μιλάει μόνη της. Κατέβηκε πολύ χαμηλά να ακούσει τον ψίθυρο της και να καταλάβει τι είχε συμβεί. Η γυναίκα φορούσε μαύρα και φαινόταν φανερά εξαντλημένη, κάτι στα μάτια της έδειχναν να μην επικοινωνούσε και πολύ με τον κόσμο της. Δίπλα της, καθόταν και ένας άνδρας, με μια μεγάλη γενειάδα, μαυροντυμένος και φαινόταν να κλαίει βουβά. Χάιδευε κάθε λίγο τα μαλλιά της γυναίκας και προσπαθούσε να την παρηγορήσει. Εκείνη όμως ούτε που τον έβλεπε, γιατί ήταν σε ένα άλλο κόσμο, πονούσε πάρα πολύ και συνέχεια ψιθύριζε, «γιατί Θεέ μου, γιατί;». Έπειτα φώναζε ένα γυναικείο όνομα.
«Μαιρούλα μου», έλεγε, «μακάρι να μπορούσα να σε δω μια στιγμή και ας πέθαινα. Θέλω τόσο πολύ να σε αγκαλιάσω, για μια τελευταία φορά και να δω, πως είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι.»
Το συννεφάκι τώρα χαμήλωσε και άλλο και είπε, «να ο άνθρωπος που θα πάρω στον ουρανό».
«Θέλεις να δεις την Μαιρούλα σου;» ρώτησε. Η γυναίκα τινάχτηκε πάνω και χωρίς να το σκεφτεί, φώναξε με όλη την δύναμη που της είχε απομείνει, «ναι θέλω, θέλω». Ο άντρας εν το μεταξύ είχε αποκοιμηθεί και δεν άκουσε τίποτα. «Ανέβα πάνω μου και θα σε πάρω εγώ να την δεις», της είπε το καλό συννεφάκι. Η γυναίκα υπάκουσε και σε λίγα δευτερόλεπτα, έφτασε τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να δει την γη.
Αφού ανέβηκαν αρκετά, έφτασαν σε μια μεγάλη φωτεινή κοιλάδα. Από παντού, ακουγόταν μια ήρεμη γλυκιά μουσική που έκαναν την γυναίκα να νιώθει απίστευτη χαρά και αγαλλίαση. Κάποια στιγμή, το συννεφάκι, σταμάτησε και είπε στην γυναίκα να κατέβει και να προχωρήσει λίγο, ώστε να δει την κορούλα της. Εκείνη, περπάτησε με γοργό βήμα και τα μάτια της έψαχναν παντού να βρουν την λατρεμένη της κορούλα.
«Μανούλα μου», ακούστηκε τότε η γνώριμη φωνή της κόρης της. Η καρδιά της γυναίκας πήγε να σπάσει, τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν δάκρυα και αυτή τη φορά από χαρά.
«Παιδί μου, μονάκριβη μου κόρη», είπε και έτρεξε να την αγκαλιάσει. Η Μαιρούλα, την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της και της είπε, «Μην κλαις μανούλα μου, εγώ είμαι πολύ καλά εδώ πάνω». Η μητέρα της τότε άρχισε να την παρατηρεί, πράγματι, η κορούλα της φαινόταν πιο καλά από ποτέ. Φορούσε ένα κατάλευκο φόρεμα και στο προσωπάκι της διέκρινε την ηρεμία και την ευτυχία.
«Μάνούλα μου», είπε το κοριτσάκι,» σε παρακαλώ δεν θέλω να κλαις, γιατί μου χαλάς την ηρεμία μου, με κάνεις και στεναχωριέμαι. Βλέπεις πως είμαι καλά, να τα πεις και στον πατέρα μου να μην στεναχωριέται, εγώ θα είμαι από ψηλά και θα σας προσέχω. Θα είμαι σε κάθε σας βήμα, απλά να μην με ξεχάσετε».
Η μητέρα της, την άκουγε προσεκτικά και σκεφτόταν, «χαλάω χωρίς να το θέλω την ηρεμία του παιδιού μου, ενώ εκείνη είναι καλά εδώ». Έτσι με τις σκέψεις αυτές, αποφάσισε να μην κλαίει πια.
«Εντάξει, Μαιρούλα μου, δεν θα ξανακλάψω, αλλά θα κάνω τα πάντα για σένα από εκεί κάτω, ώστε να είσαι υπερήφανη για την μητέρα σου».
Σε λίγο ήρθε και πάλι το συννεφάκι και πήρε την γυναίκα. Αυτή την φορά, όμως, δεν έκλαιγε, ήταν χαρούμενη, έστω και αν δεν θα ξανάβλεπε το παιδί της. Ήξερε πως είναι καλά και αυτό της έφτανε, σε λίγο έφτασε στην γη και το συννεφάκι προσεκτικά την άφησε κάτω.
«Εδώ»,. είπε στην γυναίκα, «τελείωσε η αποστολή μου. Πρέπει να φύγω».
Η γυναίκα το ευχαρίστησε και του είπε πως έκανε κάτι πολύ μεγάλο για εκείνη.
Ξημέρωσε και ο άντρας που είχε ξυπνήσει καθόταν δίπλα στην γυναίκα και της κρατούσε το χέρι. Την κοίταζε πολύ ώρα, δεν είχε ξαναδεί το προσωπάκι της τόσο ήρεμο, από την ημέρα που είχαν χάσει την κορούλα τους, και αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση. Κάποια στιγμή η γυναίκα ξύπνησε και χαμογέλασε με τρυφερότητα στον άντρας της, σηκώθηκε έκανε καφέ και έπινε, λες και δεν συνέβη τίποτα. Ο άντρας της άρχισε να ανησυχεί. «Λες να τρελάθηκε η γυναίκα μου;» σκέφτηκε. «Εκείνη όταν την έπαιρνε ο ύπνος για πολύ λίγο και ξυπνούσε ,άρχιζε τα ουρλιαχτά και τα κλάματα.»
Η γυναίκα που κατάλαβε το σκεπτικό του, άρχισε να του εξηγεί όλα όσα είχαν συμβεί. Βέβαια αυτός δεν την πίστεψε και νόμιζε πως το μυαλό της, είχε αρχίσει να σαλεύει. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός η γυναίκα είχε ίδια συμπεριφορά όπως ήταν πριν να τους συμβεί το μεγάλο κακό και έτσι η ζωή τους άρχισε και πάλι να κυλάει στον ίδιο ρυθμό. Μόνο που ο πατέρας, πονούσε ακόμα πολύ, γιατί δεν πίστεψε την ιστορία της γυναίκας του.
Η Σοφία, έτσι έλεγαν την γυναίκα, που είχε χάσει την κορούλα της, είχε αρχίσει να πηγαίνει στον Ερυθρό Σταυρό και να βοηθάει τις ελεύθερες ώρες, της. Ακόμα έτρεχε σε όποιον είχε ανάγκη από την βοήθεια της και έκανε διαφορές αγαθοεργίες. Κάποιες φορές, όταν είχε συννεφιά, έβγαινε έξω στην αυλή της και έψαχνε να βρει το μικρούλι συννεφάκι. Πολλές φορές το έβλεπε βιαστικό να τρέχει και το ξεχώριζε από όλα τα άλλα σύννεφα. Σήκωνε το χέρι της και το χαιρετούσε, σαν να του έλεγε, «σε ευχαριστώ πολύ, για ότι έκανες για μένα».
Και έτσι έζησε εκείνη καλά, και εμείς καλύτερα, που μάθαμε πως η Μαιρούλα είναι ευτυχισμένη κοντά στον Θεό. ]]
Ένα απλό παραμύθι, που μας μαρτυρεί πως οι νεκροί στον άλλον κόσμο ζουν γαλήνια. Και επιπλέον δεν θέλουν να κλαίμε, να πενθούμε, να υποφέρουμε, γιατί τους χαλάμε την γαλήνη τους.
Κι εδώ θα μου επιτρέψετε να σας μεταφέρω ένα περιστατικό από το συγγενικό μας περιβάλλον. Πριν από αρκετά χρόνια πέθανε ένας θείος μου. Η θεία μοιρολογούσε και μαλλιοτραβιόταν για πολύν καιρό. Ένα βράδυ η κόρη της- πρώτη μου ξαδέλφη- είδε στον ύπνο της τον πατέρα της να είναι μια χαρά και να της ζητάει να μεταφέρει στην μητέρα της να πάψει να θρηνεί γιατί αυτό τον έκανε να υποφέρει καταλαβαίνοντας τον πόνο, που προκάλεσε ο θάνατός του.
Στον θάνατο δεν χρειάζονται θρήνοι, γόοι και κοπετοί, μοιρολόγια και πένθος. Η ψυχή κάνει ένα ταξίδι επιστροφής στον πνευματικό κόσμο. Από ‘κει ήρθε και εκεί επιστρέφει. Αυτός είναι ο κοσμικός προορισμός. Δεν επικεντρωνόμαστε στο σώμα που οδηγείται στη σήψη. Επικεντρωνόμαστε στην ψυχή, η οποία επιστρέφει στην πηγή της. Γιατί όταν επιτελέσουμε κι εμείς το έργο μας στη γη, θα πάρουμε κι εμείς τον ίδιο δρόμο- που είναι δρόμος επιστροφής στην πνευματική μας Ιθάκη- και θα συναντήσουμε και πάλι τις αγαπημένες μας ψυχές, χωρίς φθόνο, μικρότητες, ζήλειες, ανταγωνισμούς, αλλά με περίσσεια αγάπη. Γιατί πλέον δεν θα υπάρχουν οι ανάγκες και οι περιορισμοί της σάρκας.
Αντίθετα με τον ψαλμό: «Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον, και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού, πλασθείσαν ημίν ωραιότητα, άμορφον, άδοξον, μη έχουσαν είδος…», δεν μας ενδιαφέρει το σώμα, που θα ενταφιαστεί- έστω κι αν στερηθούμε την αγκαλιά του, τα χάδια του- γιατί αυτό είναι το ένδυμα της ψυχής. Εμείς μένουμε σ’ αυτό που έγραψε για την ψυχή ο ψαλμωδός: «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπάυσεως». Η ψυχή στη νέα της κατοικία θα βρει ανάπαυση και γαλήνη. Έζησε έναν ήσυχο ή πολυτάραχο βίο στη γη, πήρε τα μαθήματά της- κάποιες φορές σκληρά- αλλά η ίδια τα προετοίμασε! Πριν ενσαρκωθεί, με τη βοήθεια των πνευματικών της οδηγών, κατέστρωσε το πλάνο των μαθημάτων της. Αυτό ακολούθησε όσο ήταν στη γη. Και στη διάρκεια του γήινου βίου είχε αδιάκοπα τρεις οδηγούς, τον φύλακα άγγελο, τον καταγραφέα άγγελο και τον ηλιακό άγγελο ή ανώτερο εαυτό. Αυτοί την καθοδηγούσαν, αρκεί να μην την τύφλωνε ο εγωισμός, γιατί τότε δεν μπορούσε να τους ακούσει…
«Εμνήσθην του προφήτου βοώντος∙ Εγώ ειμί γη και σποδός∙ και πάλιν κατενόησα εν τοις μνήμασι και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον∙ άρα τις εστι, βασιλεύς ή στρατιώτης, ή πλούσιος ή πένης, ή δίκαιος ή αμαρτωλός…» λέει κάπου αλλού ο ψαλμωδός. Τον ρόλο του βασιλιά, του στρατιώτη, του πλούσιου, του ζητιάνου κ.λ.π. τον είχαμε διαλέξει- όπως οι ηθοποιοί πριν βγουν στην σκηνή- κι εμείς πριν δούμε το φως του κόσμου. Στο επόμενο έργο ζωής θα έχουμε άλλον ρόλο, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις μας και την εμπειρία μας. Γιατί λοιπόν να θρηνούμε όταν πέσει η αυλαία στο έργο ενός δικού μας αγαπημένου προσώπου και γιατί να μελαγχολούμε σκεπτόμενοι πως θα πέσει και η δική μας αυλαία;
Θα κλείσουμε αυτό το άρθρο με το ποίημα του Κων. Καβάφη “Φωνές”:
«Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.»
και θα πασχίσουμε να εξοικειωθούμε με τον θάνατο, σαν το επόμενο βήμα στην εξέλιξη της ψυχής μας, στο μονοπάτι που έχει πάρει για να γυρίσει στον Οίκο του Πατρός της μεταφέροντάς Του την εμπειρία της μέσα από την αποστολή που της ανατέθηκε πριν από δισεκατομμύρια χρόνια…

Δεν υπάρχουν σχόλια: